Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΠΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΠΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8 Ιανουαρίου 2014

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΠΙΟΥ & ΒΙΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ


Βιοτεχνολογία εδάφους: είναι όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη χρήση φυτικού υλικού για τη προστασία των αναχωμάτων υδατορεμάτων, από τη διάβρωση. Οι ρίζες και οι μίσχοι του φυτικού υλικού χρησιμεύουν ως δομικά και μηχανικά στοιχεία σε ένα σύστημα προστασίας του αναχώματος, καθώς τα ζωντανά μοσχεύματα και οι ρίζες των φυτών, ενσωματωμένα στο έδαφος σε διάφορες συστοιχίες, χρησιμεύουν ως ενίσχυση του εδάφους. Μετά την εγκατάστασή του, το ζωντανό υλικό ελέγχει αποτελεσματικά μια σειρά από προβλήματα σταθεροποίησης του εδάφους και ανάσχεσης της διάβρωσης, ενώ δημιουργείται μια φυτοκάλυψη που έχει το βασικό πλεονέκτημα της ανάμειξης της με το φυσικό περιβάλλον. 




Πηγή: http://www.ernstseed.com/products/bioengineering/

22 Δεκεμβρίου 2012

Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΠΙΟΥ

101 αγαπημένα μου καλλωπιστικά φυτά εξωτερικών χώρων...
[κείμενο εργασίας]

1. Abies cephalonica – Ελάτη Κεφαληνιακή*
2. Calocedrus decurrens “Aureovariegata” – Καλόκεδρος*
3. Cedrus atlantica – Κέδρος Άτλαντος*
4. Cedrus deodara – Κέδρος Ιμαλαίων
5. Cedrus libani – Κέδρος Λιβάνου*
6. Ceratonia siliqua – Χαρουπιά, Ξυλοκερατιά *
7. Chamaerops humilis – Χαμαίρωψ*
8. Cupressocyparis x leylandii, Cupressus leylandii – Λέϊλαντ, Κουπρεσσοκυπάρισσος
9. Cupressus arizonica – Κυπαρίσσι Αριζόνικα
10. Cupressus sembervirens – Κυπαρίσσι ορθόκλαδο*
11. Eucalyptus globulus – Ευκάλυπτος*
12. Ilex aquifolium – Ήμερο πουρνάρι*
13. Juniperus communis – Άρκευθος κοινή, Γιουνίπερους*
14. Juniperus ocycedrus – Άρκευθος οξύκεδρος*
15. Magnolia grandiflora – Μανόλια μεγανθής*
16. Mespilus japonica, Eriobotrya japonica – Μεσπιλέα, Μουσμουλιά*
17. Olea europea – Ελιά*
18. Phoenix dactylifera – Φοίνιξ, Χουρμαδιά*
19. Picea abies, P. excelsa – Ερυθρελάτη
20. Pinus nigra – Πεύκη μαύρη*
21. Pinus pinea – Κουκουναριά
22. Pinus sylvestris – Πεύκη δασική
23. Quercus ilex – Αριά*
24. Taxus baccata – Τάξος, Ίταμος
25. Thuja orientalis – Τούγια ανατολής*

26. Αcer negundo – Σφενδάμι νεγούνδιο
27. Acer palmatum “Atropurpureum” – Σφενδάμι ιαπωνικό
28. Αcer platanoides – Σφενδάμι πλατανοειδές
29. Αcer pseudoplatanus – Σφενδάμι ψευδοπλάτανος
30. Aesculus hippocastanum – Ιπποκαστανιά
31. Ailanthus altissima - Αϊλανθος, Βρωμοκαρυδιά**
32. Albizzia julibrissin – Ακακία ροδομέταξη, Ακακία Κωνσταντινουπόλεως*
33. Betula pendula – Σημύδα
34. Catalpa bignonioides – Κατάλπη*
35. Cercis siliquastrum – Κουτσουπιά, Δένδρο του Ιούδα*
36. Elaeagnus anguistifolius – Ελαίαγνος*
37. Fagus sylvatica “Purpurea Nana” – Οξιά δασική ερυθρή
38. Ficus carica – Συκιά*
39. Liquidambar orientalis – Λικιδάμβαρη
40. Liriodendron tulipifera – Λιριόδενδρον, Τουλιπόδενδρο
41. Magnolia x soulangeana – Μανόλια σουλαντζιάνα
42. Platanus orientalis – Πλάτανος*
43. Populus alba – Λεύκη αργυρόφυλλη
44. Populus nigra “Italika” – Λεύκη μαύρη, καβάκι*
45. Prunus cerasifera “Atropurpurea” – Καλλωπιστική δαμασκηνιά, Προύνος


46. Abelia x grandiflora – Αμπέλια*
47. Arbutus unedo – Κουμαριά*
48. Buxus sempervirens – Πυξός, Πυξάρι*
49. Callistemon speciosus – Καλλιστήμονας*
50. Elaeagnus x ebbingei – Ελαίαγνος, Τζιτζιφιά*
51. Erica carnea – Ερείκη, Ρείκι*
52. Ligustrum japonicum – Λιγούστρο ιαπωνικό*
53. Myrtus communis – Μυρτιά κοινή*
54. Nerium oleander – Πικροδάφνη*
55. Phlomis fruticosa – Άσφακα, Φλόμος *
56. Photinia glabra – Φωτίνια*
57. Pittosporum tobira – Αγγελική*
58. Pyracantha coccinea – Πυράκανθος*
59. Rhamnus alaternus – Ράμνος*
60. Rosmarinus officinalis – Δενδρολίβανο*
61. Spartium junceum – Σπάρτο σχοινοειδές **

62. Berberis thunbergii “Atropurpurea” – Βερβερίδα*
63. Buddleja davidii – Βουτλέια ή Μπουτλέια*
64. Cassia marilandica – Κάσσια*
65. Chimonanthus fragrans, C. praecox – Χειμώνανθος
66. Cotoneaster horizontalis – Κυδωνίαστρο οριζοντιόκλαδο
67. Cydonia japonica, Chaenomeles speciosa – Κυδωνιά, Τσιντόνια Ιαπωνική
68. Cytisus scoparius – Σύτισος ή Κύτισος**
69. Forsythia x intermedia – Φορσύθια*
70. Philadelphus coronarius – Φιλάδελφος*
71. Poinciana gilliesii, Caesalpinia gilliesii – Ποϊντσιάνα*
72. Spiraea media – Σπειραία
73. Syringa vulgaris – Πασχαλιά
74. Tamarix parviflora – Τάμαριξ, Αρμυρίκι
75. Carex flagellifera (Κάρεξ)
76. Festuca glauca – Φεστούκα γλαυκή
77. Leymus arenarius (Λέϋμους)*
78. Pennisetum orientale (Πεννισέτουμ)

79. Ampelopsis quinquefolia, Parthenocissus quinquefolia – Παρθενόκισσος, Αμπέλοψη*
80. Bougainvillea glabra – Μπουγκανβίλια, Βουκαμβίλια*
81. Clematis vitalba – Κληματίδα*
82. Lonicera caprifolium – Αγιόκλιμα
83. Trachelospermum jasminoides, Rhynhospermum jasminoides – Τραχηλόσπερμο, Ρυχόσπερμο*

84. Carpobrotus chilensis – (Καρπομπρότους)*
85. Delosperma ashtonii – (Ντελοσπέρμα)*

86. Acanthus mollis – Άκανθος **
87. Αlyssum saxatile – Άλυσσο πολυετές*
88. Artemisia arborescens – Αρτεμισία, Αψιθιά *
89. Aster novi-belgii – Αστράκια
90. Chrysanthemum x morifolium – Χρυσάνθεμο
91. Cistus sp – Λαδανιά*
92. Coreopsis verticillata’’zagreb’’ – Κορέοψη*
93. Dianthus deltoides – Γαρύφαλλο*
94. Gazania x hybrid – Γκαζάνια*
95. Hypericum calycinum – Υπέρικο έρπον *
96. Iberis sempervirens – Ιβερίδα*
97. Lythrum salicaria – Λύθρο
98. Osteospermum fruticosum – Διμορφοθήκη*
99. Perovskia atriplicifolia – Περόβσκια*
100. Santolina chamaecyparissus – Λεβαντίνη*
101. Vervena bonariensis – Βερβένα*

ΤΑ ΡΕΜΑΤΑ & ΤΟ ΠΕΡΙΑΣΤΙΚΟ ΔΑΣΟΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ | ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΓΑ ΑΝΤΙΠΛΗΜΜΥΡΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΤΟΠΙΟΥ

[κείμενο εργασίας]

Η ερευνητική αυτή  εργασία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του μαθήματος «Αρχιτεκτονική Τοπίου. Θεωρία. Κριτική» του α’ εξαμήνου σπουδών του Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Αρχιτεκτονική Τοπίου του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών και της Γεωπονικής Σχολής του ΑΠΘ, το οποίο διδάσκει η καθηγήτρια Μ. Ανανιάδου – Τζημοπούλου, για το ακαδημαϊκό έτος 2009-2010. Εστιάζει στα ρέματά και το περιαστικό δάσος της Θεσσαλονίκης. Ξεχασμένα, παρατημένα ή κακοποιημένα, τα ρέματα συνεχίζουν μέχρι σήμερα να διασχίζουν την πόλη, να φέρνουν κομμάτι του περιαστικού δάσους μέσα στον αστικό ιστό και να αποτελούν ακόμη και σήμερα, μια ευκαιρία για αξιοποίηση, μια ευκαιρία που οφείλουμε να υπενθυμίζουμε, να τονίζουμε, να προβάλλουμε σε κάθε περίπτωση. Πρόκειται για μία έρευνα κυρίως βιβλιογραφική, μια επισκόπηση των θεμάτων που αφορούν τα ρέματα της Θεσσαλονίκης και το περιαστικό δάσος, από 2 διαφορετικές οπτικές γωνίες: από την οπτική της υδραυλικής μηχανικής, που εστιάζει στην αντιπλημμυρική προστασία της πόλης και από την οπτική της αρχιτεκτονικής τοπίου, που αναδεικνύει την περιβαλλοντική κληρονομιά και επανακαθορίζει την χρήση των ρεμάτων ως τόπους συνάντησης, δράσης, αναψυχής. Για το λόγο αυτό η εργασία επιχειρεί να εισάγει, μέσω των ορισμών και κάποιων βασικών αρχών φιλοσοφίας και σχεδιασμού και των δυο κατευθύνσεων, τόσο τον πολιτικό μηχανικό στο πεδίο της αρχιτεκτονικής τοπίου, όσο και τον αρχιτέκτονα τοπίου στο πεδίο της υδραυλικής μηχανικής.
Σκοπός μιας τέτοιας εργασίας είναι, μέσω της καταγραφής των προτάσεων των δύο πεδίων, να προκαλέσει μια πρώιμη κριτική σκέψη ανάμεσα στις προτάσεις και τις πράξεις των φορέων που σχετίζονται με το αντικείμενο, να αναδείξει τις αδυναμίες της υφιστάμενης κατασκευαστικής φιλοσοφίας και πολιτικής, που οδήγησε σε κλείσιμο των ρεμάτων, αλλά και να επισημάνει την λανθασμένη αντιμετώπιση αυτών των ζωνών πρασίνου από τους ίδιους τους πολίτες της Θεσσαλονίκης, που τις απομόνωσαν από τον αστικό ιστό, καθιστώντας τες χώρους απόθεσης απορριμμάτων.
Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτό, πως καθώς ο χρόνος εξελίσσεται και η προστασία του περιβάλλοντος γίνεται (έστω και με αργούς ρυθμούς) κοινή συνείδηση των πολιτών και των κοινωνιών, ότι είναι δυνατή ακόμη η αντιστροφή της υφιστάμενης κατάστασης, με πλήρη αποκατάσταση και ανάδειξη των ρεμάτων, ακόμη και σε τμήματα που σήμερα είναι κλειστά. Και αν φαντάζει ουτοπικό σενάριο για τον ελλαδικό χώρο σήμερα, κοιτώντας τα παραδείγματα που ήδη υπάρχουν και τις περιβαλλοντικές πολιτικές που προτάσσονται και εφαρμόζονται για την ανακούφιση του περιβάλλοντος από όλο και περισσότερες κυβερνήσεις διεθνώς, γίνεται σαφές ότι η αειφορική περιβαλλοντική πολιτική μπορεί να οδηγήσει και σε τέτοιες προτάσεις.


[Χείμαρρος Λύτρα, οδός Δοϊράνης – 2010]

Το πρώτο κεφάλαιο της εργασίας ξεκινά με μια αναφορά στο κλίμα και τη γεωμορφολογία της Θεσσαλονίκης. Γίνεται μια καταγραφή των ρεμάτων της Θεσσαλονίκης και επισημαίνεται η τεράστια συμβολή του περιαστικού δάσους του Σέιχ – Σου στην αντιπλημμυρική προστασία της Θεσσαλονίκης, όπως και η οικολογική ισορροπία που προσφέρει η ύπαρξη του στην πόλη. 
Στο δεύτερο κεφάλαιο η εργασία προσεγγίζει τους ορισμούς και τις αρχές της αντιπλημμυρικής προστασίας, μέσα από την επιστήμη της υδραυλικής μηχανικής, ενώ στο τρίτο κεφάλαιο παραθέτονται τα έργα που έχουν κατασκευαστεί στην πόλη, αποτυπώνοντας την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα ρέματα μέχρι σήμερα : αυτά που εξαφανίστηκαν κάτω από τεχνικά έργα υποδομής αλλά και αυτά που παραμένουν ανοιχτά μεν, αλλά δίχως αξιοποίηση ή προστασία, αποκομμένα από τον αστικό ιστό, κάποτε ακόμη και ως χώροι απόθεσης απορριμμάτων και άλλων άχρηστων αντικειμένων.
Στο τέταρτο κεφάλαιο επιχειρείται μια εισαγωγή στην Αρχιτεκτονική Τοπίου, με βασικούς ορισμούς και έννοιες που κρίθηκε σκόπιμο να ενταχθούν στην εργασία, στις αρχές στις οποίες βασίζεται ο σχεδιασμός και στον τρόπο που διαπραγματεύεται τις απαιτήσεις που προβάλλονται σήμερα πια, ως απολύτως αναγκαίες, και αφορούν την προστασία και την ανάδειξη του τοπίου. 
Τέλος, στο πέμπτο κεφάλαιο καταγράφονται οι δράσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη μέσω συνεδρίων, ημερίδων, εκθέσεων, όλες μέσα από την οπτική της Αρχιτεκτονικής Τοπίου, με προτάσεις που έχουν κατατεθεί για την προστασία των ρεμάτων της πόλης και του περιαστικού δάσους, την αποκατάστασή τους και την απόδοσή τους στους κατοίκους της πόλης.
Συμπεράσματα:
Για πολλές δεκαετίες τα περισσότερα τεχνικά δημόσια έργα στην Ελλάδα έχουν μία διττή διάσταση κατά το σχεδιασμό τους, να επιλύσουν μέσω της κατασκευής κάποια προβλήματα (συγκοινωνιακά, ύδρευσης, αποχέτευσης κλπ) με κριτήρια αυστηρώς οικονομοτεχνικά, που αποσκοπούν σε μια σχεδιαστική λύση που συνδυάζει την ασφάλεια της κατασκευής με την οικονομία. Αυτή η αντιμετώπιση όμως σε ένα έργο που σχεδιάζει το τοπίο δεν προωθεί τον πολιτισμό. Τα έργα που κατασκευάζουμε είναι ένας από τους καθρέπτες του πολιτισμού και της κουλτούρας μας. Το λειτουργικό, το χρήσιμο πρέπει να είναι και όμορφο. Και αντίστροφα, το όμορφο πρέπει να είναι και λειτουργικό.
Όλοι μας, πολλές γενιές τώρα, από διάφορες θέσεις, σαν επιστήμονες, τεχνικοί, πολίτες και πολιτικοί αγνοήσαμε την πολιτιστική και περιβαλλοντική μας κληρονομιά και αγνοήσαμε τα τραγικά συμβάντα που συμβαίνουν σε διάφορα σημεία του κόσμου, αν και η δύναμη των μέσων ενημέρωσης προσφέρει και διαχέει την πληροφορία ακαριαία. Οι φυσικές καταστροφές, η μόλυνση του περιβάλλοντος, οι ζημιές που επέρχονται, οι ζωές που χάνονται, μας συγκλονίζουν στιγμιαία και εξαφανίζονται ακαριαία, με αποτέλεσμα την σταδιακή υποβάθμιση του περιβάλλοντος, που φτάνει σε κάποιες περιπτώσεις μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή.
Τα ρέματα της Θεσσαλονίκης, είναι τοπία που η πόλη και οι πολίτες της τα αμέλησαν και τα κακοποίησαν, που ενώ μπορούσαν να είναι ένας από τους λόγους που αγαπάμε τον τόπο μας, αντί αυτού, είναι ένας τόπος που πετάμε τα σκουπίδια μας.
Ξεκάθαρα, αυτό που λείπει είναι η περιβαλλοντική παιδεία. Οι νεότερες γενιές που γεννήθηκαν και μεγαλώνουν εν μέσω της κλιματικής αλλαγής, έχουν ήδη αναπτύξει βαθύτερο ενδιαφέρον για τη φύση και το περιβάλλον, αλλά το δύσκολο είναι να εκπαιδευτούν, να δράσουν και να αντιδράσουν κατάλληλα, οι προηγούμενες γενιές, είτε ως πολίτες, είτε ως φορείς της πολιτείας.  
Κατά την επεξεργασία και καταγραφή των στοιχείων της ερευνητικής αυτής εργασίας γίνεται αντιληπτό ότι τα περισσότερα τεχνικά έργα που επηρεάζουν με την κατασκευή τους το τοπίο, εν προκειμένω τα αντιπλημμυρικά, προγραμματίζονται, μελετώνται και κατασκευάζονται  μεμονωμένα από τα έργα αρχιτεκτονικής τοπίου. Αν και από τις εισηγήσεις και τις τοποθετήσεις των αντιπροσώπων των φορέων διαφαίνεται ότι τα αντιπλημμυρικά έργα πρέπει να συνοδεύονται από έργα προστασίας, αποκατάστασης και ανάδειξης του τοπίου, εντούτοις στην πράξη δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ. Προς αυτήν την κατεύθυνση, του ταυτόχρονου σχεδιασμού, μελέτης, χρηματοδότησης, κατασκευής και επίβλεψης δεν βοηθά καθόλου τόσο η δαιδαλώδης νομοθεσία, όσο και η οργάνωση των φορέων και των υπηρεσιών. Η διάχυση αρμοδιοτήτων σε τόσους φορείς διασπάει την ενιαία προσέγγιση με την οποία πρέπει να αντιμετωπίζεται ένα έργο που σχεδιάζει το χώρο. Όπως έχει ήδη επισημανθεί και σε πολλές από τις εισηγήσεις των συνεδρίων, χρειάζεται κωδικοποίηση της νομοθεσίας, αλλά και απλοποίησή της, μια ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση που να προωθεί την ολοκληρωμένη σχεδίαση και κατασκευή των έργων που σχεδιάζουν το χώρο και μεταμορφώνουν το τοπίο. Η πρόταση της σύστασης κατάλληλου επιτελικού φορέα, που θα προσεγγίζει ολοκληρωμένα τα έργα αρχιτεκτονικής τοπίου κρίνεται σημαντική, αφού η υπάρχουσα κατάσταση χαρακτηρίζεται από έλλειψη οργάνωσης και εμπλοκή αρμοδιοτήτων.
Τέλος, ένα σημείο που αξίζει να επισημανθεί, είναι αυτό που προκαλεί το εύλογο ερώτημα «γιατί δεν πραγματοποιούνται μεγάλα έργα αρχιτεκτονικής τοπίου στην πόλη μας;», αφού η αρχιτεκτονική τοπίου δεν εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια, ως μια σύγχρονη τάση. Είναι παρούσα στην πόλη μας πάνω από 30 χρόνια μέσα από δράσεις, συνέδρια, ημερίδες, προτάσεις, διαγωνισμούς, με στόχο να παράγει πολιτισμό του χώρου και να σχεδιάσει έργα που θα αναβαθμίζουν την ποιότητα της ζωής μας, με προτάσεις ευφάνταστες, δυναμικές, που αναγνωρίζουν το «πνεύμα» του τόπου αυτού και φέρνουν τη φύση μέσα στην πόλη. Παρόλα αυτά, ελάχιστα έργα αρχιτεκτονικής τοπίου κατασκευάστηκαν όλα αυτά τα χρόνια... 


ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΠΙΟΥ | ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ & ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ | ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΠΙΟΥ ΥΔΡΑΥΛΙΚΩΝ & ΟΔΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ



Η μεταπτυχιακή αυτή διατριβή συντάχθηκε στο πλαίσιο του Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Αρχιτεκτονική Τοπίου» του Τμήματος Αρχιτεκτονικής και της Γεωπονικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κατά το θερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2010-2011.  


Με το Ν. 3827/2010 κυρώθηκε από την Ελλάδα η Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου ή Σύμβαση της Φλωρεντίας, η πρώτη Διεθνής Σύμβαση για το Τοπίο, που αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την αειφορική διαχείριση και προστασία του τοπίου στο σύνολο του Ευρωπαϊκού χώρου. 
Κατά τη Σύμβαση, Τοπίο σημαίνει μία περιοχή, όπως γίνεται αντιληπτή από ανθρώπους, του οποίου ο χαρακτήρας είναι το αποτέλεσμα της δράσης και αλληλεπίδρασης των φυσικών και/ή ανθρώπινων παραγόντων.[1] Ο ορισμός αυτός για το τοπίο, το περιγράφει ως χώρο φυσικό ή και ανθρωπογενή, αντιληπτό από τους ανθρώπους, αποτέλεσμα φυσικών ή και ανθρωπογενών διεργασιών. Αποτελεί έναν ορισμό που μεταφέρει τις σύγχρονες αντιλήψεις για το τοπίο, καθώς εμπεριέχεται η αντιληπτική, η πολιτισμική, η οικολογική και η κοινωνική διάσταση του τοπίου. 
Το τοπίο, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, έχει πληγεί σε μεγάλο βαθμό, σε πολλές δε περιπτώσεις σε βαθμό μη ανατρέψιμο. Μέχρι σήμερα ένας σημαντικός παράγοντας υποβάθμισης του τοπίου οφείλεται στην κατασκευή τεχνικών έργων. Η αναπτυξιακή πορεία μιας χώρας συνοδεύεται από αρνητικές συνέπειες στο περιβάλλον και το τοπίο της. Τα αναπτυξιακά και τα τεχνικά έργα, οι νέες τεχνολογίες, οι εξελίξεις στις παραδοσιακές μεθόδους εκμετάλλευσης της γης μετασχηματίζουν συνεχώς τα τοπία, μεταμορφώνουν το χώρο άναρχα, χωρίς μέτρο τις περισσότερες φορές, με αποτέλεσμα την συνεχή υποβάθμιση, τόσο των φυσικών, όσο και των υφιστάμενων ανθρωπογενών τοπίων.
Σε διεθνές επίπεδο, η κοινωνία των πολιτών κατάφερε να επιβάλλει ολοκληρωμένες περιβαλλοντικές πολιτικές. Οι σύγχρονες αντιλήψεις ανάπτυξης, όπως περιγράφονται και στη Σύμβαση, επιδιώκουν να επιτύχουν βιώσιμη ανάπτυξη βασισμένη σε μια ισορροπημένη και αρμονική σχέση μεταξύ των κοινωνικών αναγκών, οικονομικής δραστηριότητας και περιβάλλοντος. Το τοπίο αποτελεί έναν πολιτισμικό τόπο, μια σύνθεση φυσικών, γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών και ανθρωπογενών – ιστορικών επιδράσεων, που συνιστά πόρο ευνοϊκό για την οικονομική δραστηριότητα, του οποίου η προστασία, η διαχείριση και ο σχεδιασμός μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Στην Ελλάδα διαπιστώνεται καθυστέρηση στην παρακολούθηση και εφαρμογή των πολιτικών προστασίας του περιβάλλοντος και του τοπίου. Οι ελληνικές κυβερνήσεις, μέχρι πρόσφατα, δεν στήριξαν ιδιαιτέρως τον τομέα του περιβάλλοντος. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (Υ.ΠΕ.Κ.Α.) μετρά λίγους μήνες αυτονομίας από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.), μια «συν-κατοίκηση» που δημιουργούσε τριβές, καθώς το περιβάλλον αποτελεί συνήθως αντίπαλη έννοια αυτής των δημοσίων έργων.

Τα δημόσια έργα, δομικά έργα και υποδομές μεσαίας και μεγάλης κλίμακας, με ανεπαρκή περιβαλλοντικό έλεγχο, με έλλειψη προδιαγραφών και οδηγιών σχεδιασμού του τοπίου και οικονομοτεχνική φιλοσοφία σχεδιασμού, υποβάθμισαν σταδιακά το ελληνικό τοπίο. Πολιτικές αποφάσεις όχι πάντα επιστημονικά τεκμηριωμένες, οδήγησαν σε υπερβολική διάνοιξη δρόμων, σε αποξηράνσεις υγροτόπων λόγω απόδοσής τους στη γεωργική εκμετάλλευση, σε οικιστική ή άλλη χρήση, σε κατασκευή μεγάλων φραγμάτων και ταμιευτήρων, σε έργα υποδομής που μετασχημάτισαν το τοπίο. Η προστασία, η διαχείριση και ο σχεδιασμός των τοπίων αυτών αποτελούν αντικείμενο της αρχιτεκτονικής τοπίου.
Η αρχιτεκτονική τοπίου, εκτός από το κατά παράδοση πεδίο εφαρμογών της (κηποτεχνία – παρκοτεχνία), περιλαμβάνει από μεταπολεμικά και εντεύθεν μελέτες σχετικές με το τοπίο έργων μεγάλης κλίμακας: δημόσια έργα (κτιριακά και υποδομής), μετα-βιομηχανικά ανακτώμενες τοποθεσίες, αγρούς ή τομείς πόλεων και συχνά τους οριακούς εγκαταλειμμένους ή ενδιάμεσους χώρους (in-between). Οδικά έργα, συγκοινωνιακά, ενεργειακά, υδραυλικά και έργα εκμετάλλευσης φυσικού πλούτου αντιμετωπίζονται με όρους αισθητικής και αντίληψης, οικολογίας και πολιτισμικότητας, όρους αρχιτεκτονικής τοπίου.[2]
Το αντικείμενο της διατριβής αυτής διαπραγματεύεται τη διερεύνηση της υφιστάμενης κοινοτικής, διεθνούς και εθνικής νομοθεσίας που αφορά την προστασία του τοπίου, τον τρόπο που εφαρμόζεται το δίκαιο αυτό στην Ελλάδα (μέσω των διαθέσιμων νομικών κειμένων και θεσμικών εργαλείων προστασίας, σχεδιασμού και διαχείρισης), τον τρόπο που η επιστήμη της αρχιτεκτονικής τοπίου προτείνει τη μελέτη του τοπίου των τεχνικών έργων που διαμορφώνουν το τοπίο και τέλος την εφαρμογή των αρχών και των προτάσεων της αρχιτεκτονικής τοπίου σε δυο κατηγορίες έργων υποδομής: των υδραυλικών και των οδικών.
Σκοπός είναι να αναδειχθεί και να προωθηθεί η σημασία του τοπίου (αντιληπτική, οικολογική, πολιτισμική, κοινωνική), η αναγκαιότητα της προστασίας του κάθε τοπίου, κατά τις επιταγές της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Τοπίου, και ειδικότερα του τοπίου που υποδέχεται τα τεχνικά έργα.
Η διατριβή αποτελεί ερευνητικό έργο, μια βιβλιογραφική έρευνα που έχει στόχο να αποτελέσει εργαλείο πληροφόρησης, το οποίο συγκεντρώνει και οργανώνει τα στοιχεία εκείνα που θα διευκολύνουν τον μελετητή του τοπίου να αποκτήσει μια όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την πολιτική τοπίου και τις προτάσεις της αρχιτεκτονικής τοπίου στο σχεδιασμό του τοπίου των τεχνικών έργων.
Η μεθοδολογία που εφαρμόζεται περιλαμβάνει αρχικά μια εκτεταμένη βιβλιογραφική έρευνα σε δημοσιεύσεις, συγγράμματα και νομοθεσία, μια αναλυτική επεξεργασία των στοιχείων αυτών και μια συνθετική εργασία των δεδομένων που αφορούν το θέμα, που οδηγεί στο ίδιο το σύγγραμμα της διατριβής, στα συμπεράσματα και τις προοπτικές. 
Στο πρώτο μέρος της διατριβής, με τίτλο «Υφιστάμενο νομικό πλαίσιο και πολιτική τοπίου», παρουσιάζεται το ευρύ αντικείμενο της υφιστάμενης νομοθεσίας και των εργαλείων που προσφέρει για να ασκηθεί μία πολιτική τοπίου. Στο 1ο κεφάλαιο, ξεκινώντας από τη νομοθεσία της ασκούμενης περιβαλλοντικής πολιτικής, αποτυπώνονται μετά από τη διερεύνηση της νομοθεσίας τα εδάφια εκείνα που αφορούν την προστασία του τοπίου και αποτελούν επομένως την υφιστάμενη (και άτυπη) πολιτική τοπίου. Η παράθεση της νομοθεσίας, συνοπτικά δοσμένης, αλλά με τις πηγές των φύλλων της κυβέρνησης που έχουν δημοσιευτεί και τα άρθρα ή τις παραγράφους που αναφέρονται, βοηθούν στην περαιτέρω αναζήτηση για εμβάθυνση κάποιου ειδικού νομικού ζητήματος. Επιλέχθηκε να μεταφερθούν αυτούσια κάποια τμήματα των νομικών κειμένων που κρίθηκαν σημαντικά, για λόγους πληρότητας, και για λόγους κατανόησης της υφιστάμενης νομικής πραγματικότητας. Το 2ο κεφάλαιο εστιάζει στη νομοθεσία και τα εργαλεία που εφαρμόζονται κατά τη μελέτη και την κατασκευή δημοσίων έργων, σε σχέση με την προστασία, τη διαχείριση και το σχεδιασμό του τοπίου.
Στο δεύτερο μέρος της εργασίας, με τίτλο «Αρχιτεκτονική τοπίου υδραυλικών και οδικών έργων» παρουσιάζεται ο τρόπος που η αρχιτεκτονική τοπίου προτείνει την αντιμετώπιση της μελέτης του τοπίου των τεχνικών έργων, τα οποία θεωρούνται έργα αρχιτεκτονικής τοπίου μεσαίας και μεγάλης κλίμακας (3ο κεφάλαιο), και τις προτάσεις της για το σχεδιασμό του τοπίου των υδραυλικών έργων (4ο κεφάλαιο) και των οδικών τοπίων (5ο κεφάλαιο). 
Η διατριβή ολοκληρώνεται με τα Συμπεράσματα – Προοπτικές, όπου καταγράφονται οι προθέσεις του νομοθέτη και της πολιτείας για το τοπίο, τα συμπεράσματα και οι προτάσεις της διατριβής περί της αναγκαιότητας θεσμοθέτησης συγκεκριμένης, σύγχρονης πολιτικής τοπίου μέσα από έναν ειδικό νόμο, που συναρθρώνει τις απαιτήσεις για μια ολοκληρωμένη προστασία, διαχείριση και σχεδιασμό του τοπίου και συνοπτικά η προσέγγιση της αρχιτεκτονικής τοπίου στο σχεδιασμό του τοπίου των υδραυλικών και οδικών έργων.


[1] Άρθρο 1, Ν. 3827/2010, ΦΕΚ Α/30/25.2.2010, Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Τοπίου, Εφημερίδα της Κυβέρνησης, Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήνα
[2] Ανανιάδου – Τζημοπούλου Μ., 2004, Τεχνικά έργα και διαμόρφωση τοπίου. Οδικά, συγκοινωνιακά, ενεργειακά, υδραυλικά, εκμετάλλευσης φυσικού πλούτου, ΑΠΘ, Αρχιτεκτονική Τοπίου, Οδηγός Μεταπτυχιακών Σπουδών, εκδόσεις Ζήτη, Θεσσαλονίκη

13 Μαΐου 2012

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ & ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΕΝΟΣ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ


Με την κοινωνικο-οικολογική και αντιληπτική ανάλυση και την εκτίμηση του τοπίου προσδιορίζεται ο τοπιακός χαρακτήρας της περιοχής μελέτης που οδηγεί στην κεντρική ιδέα του σχεδιασμού, ενός σχεδιασμού που προβάλει τα ιδιαίτερα στοιχεία του φυσικού τοπίου και της πολιτιστικής κληρονομιάς, την ταυτότητα και το χαρακτήρα του τοπίου.

Τα στοιχεία αυτά ακολουθούν μια στρατηγική προσέγγισης όσον αφορά την προστασία, αναβάθμιση  και βελτίωση του τοπίου, με σκοπό να αποφευχθούν τμηματικές και ακατάλληλες λύσεις. Οι κυριότεροι στρατηγικοί στόχοι σχεδιασμού του τοπίου ενός τεχνικού έργου υποδομής είναι οι εξής:

Το τεχνικό έργο πρέπει να είναι:
  • ασφαλές
  • λειτουργικό
  • ελκυστικό για τους χρήστες

Ο σχεδιασμός πρέπει να σέβεται:
  • το φυσικό περιβάλλον
  • τη βιοποικιλότητα
  • το τοπίο
  • την πολιτιστική κληρονομιά
  • τους οικισμούς

Η κατασκευή του τεχνικού έργου και η λειτουργία του θα πρέπει να συμμορφώνεται προς: [1]
  • τις προτάσεις των Μελετών Εκτίμησης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
  • τους Περιβαλλοντικούς Όρους

Οι στρατηγικές αρχές σχεδιασμού του τοπίου είναι:
  • η παρακολούθηση του φυσικού τοπίου
  • η ανάδειξη του κυρίαρχου χαρακτήρα του τοπίου
  • ο τονισμός στοιχείων με κρυμμένη διάσταση, που είναι ωστόσο σημαντικά στην κατανόηση του χώρου
  • η οικολογική αναβάθμιση
  • η ποιοτική αναβάθμιση του άμεσου περιβάλλοντος των τεχνικών έργων [2]





[1] ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ, 1999, Οδηγός Σχεδιασμού Αποκατάστασης Τοπίου για την Εγνατία Οδό (Ο.Σ.Α.Τ.), Egnatia odos AE, Αθήνα
[2] Ανανιάδου – Τζημοπούλου Μ., 2010, Έργα αρχιτεκτονικής οδικών τοπίων: Εγνατία οδός, Αλεξανδρούπολη – Κήποι, Πόλεως Λόγος – Τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Α. Φ. Λαγόπουλο, εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη

11 Απριλίου 2012

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ

Η ανάλυση του τοπίου που θα υποδεχθεί ένα τεχνικό έργο υποδομής αποτελεί την τεκμηρίωση στην οποία βασίζεται ο σχεδιασμός για τη διαμόρφωση του τοπίου. Ορίζεται ως «αποτίμηση των παραγόντων και των δυνάμεων που διαμόρφωσαν το τοπίο και περιλαμβάνει κατηγορίες πληροφόρησης όπως τους τοπιολογικούς παράγοντες, τους κοινωνικοοικονομικούς και πολιτιστικούς και την οπτική οργάνωση που καθρεφτίζει την επίδραση των δυο αυτών». [1]

Η ανάλυση του τοπίου εξελίχθηκε εξαρχής προς δύο κύριες κατευθύνσεις, την οικολογική ανάλυση και την οπτική ή αντιληπτική ανάλυση.[2]

Η οικολογική ανάλυση εξετάζει κυρίως την οικολογική δομή και λειτουργικότητα, τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των στοιχείων, προσδιορίζει την ικανή χωρητικότητα για αλλαγή ώστε να μη θιγεί η υπάρχουσα ισορροπία ή να προβλεφθεί μια νέα κατάσταση οικολογικής ισορροπίας. Για την πραγματοποίηση μιας οικολογικής ανάλυσης θεωρητικό υπόβαθρο μας προσφέρει η οικολογία τοπίου.

Η οικολογία τοπίου αποτελεί ένα νέο κλάδο της επιστήμης, που εμφανίστηκε για πρώτη φορά την δεκαετία του 1970 στην Ευρώπη. Μπορεί να οριστεί ως η μελέτη των λειτουργικών, δομικών και χρονικών ιδιοτήτων ενός τοπίου, που αποτελείται από χαρακτηριστική διάταξη οικοσυστημάτων και μελετά τοπία μεσαίας ή μεγάλης κλίμακας.[3]  

Η οικολογία τοπίου χρησιμοποιεί σύγχρονα γεωπληροφοριακά συστήματα (Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών – GIS), σε συνδυασμό με μεθόδους ψηφιακής επεξεργασίας αεροφωτογραφιών, με συνέπεια την αναλυτική και αξιόπιστη αποτύπωση του τοπίου και ανάλυση των διαχρονικών του αλλαγών. Χρησιμοποιείται δε εκτός από την ανάλυση τοπίων μεσαίας ή μεγάλης κλίμακας, σε ζητήματα διαχειριστικών πρακτικών όπως είναι η μεταβολή της βιοποικιλότητας, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στο τοπίο κ.α.

Στη οικολογία τοπίου τα βασικά χαρακτηριστικά του τοπίου είναι:[4]
  • Η δομή (structure) που αφορά τις σχέσεις που αναπτύσσονται στο χώρο μεταξύ χαρακτηριστικών ευδιάκριτων στοιχείων των οικοτόπων του τοπίου.
  • Η λειτουργία (function) που αφορά τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των στοιχείων του χώρου και των δομικών χαρακτηριστικών του τοπίου, όπως είναι οι ροές της ενέργειας, της ύλης και των ειδών.
  • Η αλλαγή (change) που αναφέρεται στη μεταβολή της δομής και της λειτουργίας του τοπίου με το πέρασμα του χρόνου, που οφείλεται κυρίως σε ανθρωπογενείς αιτίες (εντατικοποίηση της αγροτικής παραγωγής, εγκατάλειψη της γης, υλοτομίες, επίδραση της βόσκησης, αστική ανάπτυξη, κατασκευή δρόμων, κατασκευή τεχνιτών υδάτινων μαζών και φραγμάτων, εξορύξεις, η πολιτική απόλυτης προστασίας κλπ) και λιγότερο σε φυσικές αιτίες (πλημμύρες, πυρκαγιές κλπ).

Το χωρικό μοτίβο ενός τοπίου ή μιας περιφέρειας απαρτίζεται εξολοκλήρου από τρεις τύπους στοιχείων: [5]
  • Χωροψηφίδες (patches), όπως είναι μια λίμνη, μια συστάδα δέντρων κλπ, και ορίζονται ως μη γραμμικές επιφανειακές περιοχές που διαφέρουν στη βλάστηση και στο τοπίο από τα περίχωρά τους. Είναι μονάδες γης ή ενδιαιτήματος που είναι ετερογενείς όταν συγκρίνονται με το σύνολο.
  • Διάδρομοι (corridors), όπως είναι τα ποτάμια, οι δρόμοι κλπ, που είναι γραμμικές χωροψηφίδες που χρησιμοποιούνται από το νερό, την άγρια πανίδα ή τους ανθρώπους και διακρίνονται σε γραμμικούς (φράχτες, πρανή δρόμων), λωρίδες (αντιπυρικές ζώνες),  δίκτυα (δρόμοι, μονοπάτια, οικολογικά δίκτυα) και υδάτινους.
  • Θεμελιώδης επιφάνεια / μήτρα (matrix) είναι η θεμελιώδης επιφάνεια, το κυρίαρχο δομικό στοιχείο του τοπίου, ο πιο εκτενής τύπος τοπίου και παίζει κυρίαρχο ρόλο στη λειτουργία του τοπίου. Είναι η επιφάνεια όπου τοποθετούνται οι χωροψηφίδες και οι διάδρομοι και η οποία ασκεί ισχυρή επιρροή σε όλες τις διεργασίες που συμβαίνουν μέσα σε αυτήν.

Τα βασικά δομικά συστατικά του τοπίου ανάλογα με τον τρόπο που είναι κατανεμημένα δημιουργούν τους διάφορους τύπους διάρθρωσης του τοπίου (πχ. τοπία μωσαϊκό, πλέγμα ή σχάρα), ενώ διακρίνονται τέσσερις βασικοί τύποι τοπίου: α) τοπία με διάσπαρτες χωροψηφίδες, β) τοπία με πλέγμα διαδρόμων ή και συνδυασμού με χωροψηφίδες, γ) τοπία με αλληλομπλεκόμενα σαν δάκτυλα τα βασικά δομικά συστατικά τους και δ) τοπία σκακιέρα.[6]

Αναγνωρίζοντας τη διάρθρωση του τοπίου, αποτυπώνονται στη συνέχεια τα οικολογικά χαρακτηριστικά που αποτελούν το προφίλ του τοπίου:
  • Ζώνη τοπίου
  • Κλίμα
  • Έδαφος/ μορφές γαιών
  • Βλάστηση/είδη (δένδρα, θάμνοι, καλλιέργειες)
  • Τύποι τοπίου
  • Προστατευόμενες περιοχές
  • Χρήσεις γης

Τα δεδομένα αυτά αφού περαστούν σε κάποιο Γεωγραφικό Σύστημα Πληροφοριών, μπορούν να χαρτογραφηθούν και να ποσοτικοποιηθούν μέσω διαφόρων περιβαλλοντικών δεικτών ή δεικτών τοπίου, που αποτελούν σημαντικό εργαλείο στη διαχείριση του τοπίου, και να δώσουν πολύτιμες πληροφορίες για την αλλαγή ή τη διαχείριση ενός τοπίου.

Για την εκτίμηση τοπίου, τα δεδομένα χαρτογραφούνται σε διάφορα επίπεδα (θεματικοί χάρτες), τα οποία χρησιμοποιούνται με τη μορφή επίθεσης των διαφόρων επιπέδων πληροφοριών (επιτίθενται το ένα επί του άλλου - map overlay), ώστε να υπάρξει ένας συνδυασμός πληροφοριών που οδηγεί σε συμπεράσματα και προσδιορισμό των ισχυρών και απειλούμενων σημείων, αλλά και τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του τοπίου (S.W.O.T. analysis).

Η οπτική ή αντιληπτική ανάλυση αποτελεί μια περιγραφική προσέγγιση του τοπίου για τον προσδιορισμό κάποιας καταλληλότητας να δεχθεί αλλαγές, τροποποιήσεις, μεταβολές ή να προσδιορίσει τις αρχές της οργάνωσης, ώστε τα αισθητά αποτελέσματα μετά την επέμβαση να είναι συνειδητά.[7] Επιδιώκει τον προσδιορισμό του τοπίου μέσω της οπτικής του κυρίως αποτύπωσης, με την απογραφή των διαφόρων συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή που εξετάζεται: της μορφολογίας του ανάγλυφου, του εδάφους, της βλάστησης, των υδρολογικών στοιχείων και των χρήσεων γης. Βασίζεται στις αισθήσεις και την αντίληψη του χώρου που διαμορφώνουν τα παρακάτω οπτικά στοιχεία/φαινόμενα:[8]
  • Σταθερά στοιχεία του τοπίου: η μορφή, η γραμμή, το χρώμα και η υφή
  • Μεταβλητά στοιχεία του τοπίου: η κίνηση, το φως, οι ατμοσφαιρικές συνθήκες, η  εποχή του έτους, η απόσταση, η θέση του παρατηρητή, η  κλίμακα και ο χρόνος

Με την οπτική ή αντιληπτική ανάλυση η περιοχή χωρίζεται σε επιμέρους ενότητες με τρόπο ώστε η κάθε ενότητα να αποτελεί μία ανεξάρτητη οπτική μονάδα. Απαιτούνται επί τόπου επισκέψεις, λήψη φωτογραφιών, σκίτσα ή άλλα μέσα παρουσίασης και η εκτίμηση του τοπίου γίνεται περιγραφικά και όχι αριθμητικά. Η οπτική ή αντιληπτική ανάλυση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στα μεγάλης κλίμακας τοπία.

Οι σύγχρονες τάσεις της αρχιτεκτονικής τοπίου όμως προτείνουν μια ανάλυση όχι μονοδιάστατα οικολογική ή οπτική, αντιληπτική, αλλά μια ανάλυση τοπίου που να  βασίζεται σε κριτήρια κοινωνικά, οικολογικά και αντιληπτικά για την πολλαπλή ανάγνωση του τοπίου. Η προσέγγιση αυτή καθιερώθηκε ως κοινωνικοοικονομική, οικολογική και αντιληπτική, περιλαμβάνει όλα τα παραπάνω οικολογικά και αντιληπτικά στοιχεία, αλλά επιπλέον και τη διερεύνηση της ιστορίας του τόπου, τη φυσική και πολιτισμική και όλων εκείνων των παραγόντων που συμβάλλουν στη διαμόρφωση του τοπίου από πολλές και διαφορετικές κατευθύνσεις. Παρέχει μια αμεσότητα στη συσχέτιση του τοπίου με τον χρόνο, μια κατανόηση του τοπίου γι’ αυτούς που θα το χρησιμοποιήσουν, δίνοντας προτεραιότητα στο συλλογικό ενδιαφέρον κατά τη χρήση του τοπίου.[9]

Κατά την κοινωνικο-οικολογική και αντιληπτική ανάλυση, γίνεται ευρύτατα χρήση ποιοτικών διαγραμμάτων ανάλυσης τοπίου, στα οποία αποτυπώνονται οι λειτουργικές και οι οπτικές σχέσεις. Αυτό που διαφοροποιεί αυτά τα διαγράμματα από τα αντίστοιχα τοπογραφικά διαγράμματα της ίδιας περιοχής, είναι η υποκειμενικότητα των συστατικών του στοιχείων, που βασίζεται στην κρίση και την αντίληψη του μελετητή. Χρησιμοποιούνται παράλληλα με άλλα μέσα αντικειμενικής αποτύπωσης του τοπίου (τυποποιημένα έντυπα καταγραφής του τοπίου, φωτογραφίες, σκίτσα) και βασίζονται στην κριτική ανάλυση του μελετητή, καθώς ο τελευταίος φιλτράρει τις άπειρες πληροφορίες του τοπίου και αναγνωρίζει εκείνες τις πληροφορίες που είναι κρίσιμο να αποτυπωθούν στο διάγραμμα. Η σύνταξη αυτών των διαγραμμάτων απαιτεί καλή γνώση της θεωρίας του τοπίου και των τεχνικών αποτύπωσης του μέσω συμβολισμών, ώστε το διάγραμμα να είναι σαφές σχεδιαστικά και νοηματικά, για να αποτελέσει το κατάλληλο υπόβαθρο της ανάγνωσης του τοπιακού χαρακτήρα του τοπίου κατά τη φάση της εκτίμηση του.

Η εκτίμηση του τοπίου αποτελεί μια διαδικασία κατά την οποία μελετώνται τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν και τα διαγράμματα ποιότητας που προέκυψαν. Η διαδικασία αυτή προσδιορίζει την ποιότητά του τοπίου, το χαρακτήρα και τη ταυτότητα του, δηλαδή στην κεντρική ιδέα διαμόρφωσης του τοπίου, που οδηγεί τις σχεδιαστικές αποφάσεις του αρχιτέκτονα τοπίου.


[1] M. Laurie (1976), όπως αναφέρεται από Ανανιάδου – Τζημοπούλου Μ., 2003, Αρχιτεκτονική Τοπίου. Θεωρία. Κριτική, Διδακτικές σημειώσεις μαθήματος ΣΤ01 Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεωρία, Κριτική του ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου ΑΠΘ
[2] Ανανιάδου – Τζημοπούλου Μ., 2003, Αρχιτεκτονική Τοπίου. Θεωρία. Κριτική, Διδακτικές σημειώσεις μαθήματος ΣΤ01 Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεωρία, Κριτική του ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου ΑΠΘ
[3] Vos και Stordelder (1992), όπως αναφέρεται από Xιωτέλλη Κ., 2001, Εισαγωγή στην Οικολογία Τοπίου, παρουσίαση – διάλεξη στα πλαίσια του μαθήματος «Συντήρηση, αποκατάσταση, εξυγίανση τοπίου», ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεσσαλονίκη
[4] Ισπικούδης Ι., 2011, Ενότητες – Μονάδες τοπίου, παρουσίαση – διάλεξη στα πλαίσια του μαθήματος «Δασοκομία. Υδρολογία. Διαχείριση φυσικού περιβάλλοντος, αρχές και εφαρμογές στο σχεδιασμό τοπίου», ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεσσαλονίκη
[5] Xιωτέλλη Κ., 2001, Εισαγωγή στην Οικολογία Τοπίου, παρουσίαση – διάλεξη στα πλαίσια του μαθήματος «Συντήρηση, αποκατάσταση, εξυγίανση τοπίου», ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεσσαλονίκη
[6] Ισπικούδης Ι., 2011, Δασολογία – Σημειώσεις Αρχιτεκτονικής Τοπίου, ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη
[7] Ανανιάδου – Τζημοπούλου Μ., 2003, Αρχιτεκτονική Τοπίου. Θεωρία. Κριτική, Διδακτικές σημειώσεις μαθήματος ΣΤ01 Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεωρία, Κριτική του ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου ΑΠΘ
[8] Χατζηστάθης Α., Ισπικούδης Ι., 1995, Προστασία της φύσης και αρχιτεκτονική του τοπίου, εκδ. Γιαχούδη, Θεσσαλονίκη
[9] Ανανιάδου – Τζημοπούλου Μ., 2003, Αρχιτεκτονική Τοπίου. Θεωρία. Κριτική, Διδακτικές σημειώσεις μαθήματος ΣΤ01 Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεωρία, Κριτική του ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου ΑΠΘ