4 Ιουνίου 2012

ΑΡΧΕΣ ΑΝΤΙΠΛΗΜΜΥΡΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Αναχώματα


Κατά τη σχεδίαση των αναχωμάτων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα παρακάτω:
  1. Η στάθμη του νερού ορίζεται μόνο σε μια περιοχή αβεβαιότητας. 
  2. Εκτός από το νερό και τα φυσικά φερτά υλικά, τα ρέματα μεταφέρουν και ανθρωπογενή φερτά υλικά. 
  3. Τα φορτία που ασκούνται στα αναχώματα δεν προέρχονται μόνο από τη στάθμη του νερού αλλά και από τα φερτά υλικά, καθώς και από την ενέργεια των δημιουργούμενων κυμάτων. 
  4. Οι διαθέσιμες τεχνικές σχεδιασμού και κατασκευής δεν παρέχουν απόλυτη εγγύηση όσον αφορά την αντοχή και την ευστάθεια του αναχώματος. Πρέπει να τίθενται περιθώρια ασφαλείας. 
  5. Πρέπει να προτείνονται κατάλληλοι τρόποι διαχείρισης και συντήρησης.
Ταμιευτήρες ανάσχεσης

Οι ταμιευτήρες, μέσω της επιβράδυνσης της πλημμυρικής παροχής, αποσκοπούν στη μείωση των καταστρεπτικών αποτελεσμάτων, αφού αποστραγγίζουν και συγκρατούν τα επιφανειακά νερά. Για τον σχεδιασμό τους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθες αρχές: 
  • Περιβαλλοντικές: Προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Καλαίσθητες κατασκευές που εναρμονίζονται με το περιβάλλον και ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων στην οικολογία της περιοχής. 
  • Κατασκευαστικές: Ο κύριος στόχος κάθε κατασκευής είναι η εκπλήρωση των λειτουργικών απαιτήσεων, συνεπώς ο τύπος της κατασκευής και τα υλικά που ενσωματώνονται θα πρέπει να επιλέγονται έτσι ώστε να βελτιστοποιείται η κατασκευαστική λειτουργία. 
  • Αισθητικές: Αυτές αφορούν στο φραγμάτιο ή τα πρανή του ταμιευτήρα. Στην περιοχή των κατασκευών πρέπει να γίνεται η κατάλληλη φυτοκάλυψη (δένδρα, θάμνοι) σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον. Τα πρανή των ταμιευτήρων πρέπει να προστατεύονται έναντι της διαβρώσεως με την κατάλληλη φυτοκάλυψη ή τεχνικά έργα. 
  • Ασφαλείας: Στις περιοχές που μπορεί να υφίσταται κίνδυνος, πρέπει να τοποθετηθεί κατάλληλη σήμανση και περιφράξεις ασφαλείας. 
Οι ταμιευτήρες, σύμφωνα με νεότερες σχεδιαστικές τάσεις της υδραυλικής μηχανικής, μπορούν μέσω κατάλληλης μελέτης να χρησιμοποιηθούν σαν χώροι πρασίνου ή αναψυχής και να λειτουργήσουν σαν οικολογικά πάρκα στη θέση της κοίτης των χειμάρρων. Τέτοια έργα συνδυάζουν την αντιπλημμυρική προστασία με την αρχιτεκτονική του τοπίου. Παράδειγμα ενός έργου με συνδυασμό σκοπιμοτήτων, χρηματοδοτήσεων και σχεδιαστών έχει οδηγήσει στην κατασκευή της πλατείας της εκκλησίας στο Vitry-sur-Seine στο Παρίσι. Στην περίπτωση αυτή, μια υπόγεια υδατοδεξαμενή συγκράτησης των όμβριων υδάτων του υψιπέδου (πριν αυτά αποβληθούν στον Σηκουάνα, για την αποφυγή πλημμυρών στο κέντρο του Vitry σε περίπτωση καταιγίδας), συνδυάζεται με ένα υπόγειο parking για τις ανάγκες του αστικού κέντρου και μια πλατεία που φιλοξενεί την αγορά και εποχιακές εκδηλώσεις.

ΕΡΓΑ ΑΝΤΙΠΛΗΜΜΥΡΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ


Τα αντιπλημμυρικά έργα που συνήθως εφαρμόζονται για την  προστασία μιας πόλης αποσκοπούν:
  • Στη συγκράτηση του πλημμυρικού όγκου των υδάτων μακριά από την πόλη, με την κατασκευή αντιπλημμυρικών έργων στις ανάντη ορεινές περιοχές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αντιμετώπιση του αντιπλημμυρικού προβλήματος εν τη γενέσει του, με την εκτέλεση έργων που θα παρεμποδίσουν την γένεση του πλημμυρικού φαινομένου στην ορεινή περιοχή. Τα έργα αυτά, είναι έργα ορεινής υδρονομίας και σε αυτά περιλαμβάνονται οι αναδασώσεις, η κατασκευή μικρών φραγμάτων αναχαιτίσεως, κλαδοπλεγμάτων, φρακτών, μικρών ταμιευτήρων αναχαιτίσεως και εξισορρόπησης. Τα έργα της ορεινής υδρονομίας πρέπει να προηγούνται των πεδινών.
  • Στην αντιμετώπιση των πλημμυρών στις κατάντη πεδινές περιοχές, με χαρακτήρα καθαρά αμυντικό. Στα έργα αυτά περιλαμβάνονται τα αντιπλημμυρικά αναχώματα, που περιβάλλουν την κινδυνεύουσα από κατάκλιση χαμηλή περιοχή, οι δίαυλοι εκτονώσεως και απαγωγής νερών, τα αντλιοστάσια, τα μεγάλα φράγματα, οι υδατοφράκτες κλπ.
  • Στην απομάκρυνση των πλημμυρικών νερών όσο το δυνατόν ταχύτερα έξω από την πόλη, με εκτροπή και διευθέτηση της χειμαρρικής κοίτης.

Η υδρολογία και το ανάγλυφο της λεκάνης απορροής του χειμάρρου υπαγορεύουν τον τρόπο αντιπλημμυρικής προστασίας. Όσον αφορά το διαχωρισμό των αντιπλημμυρικών έργων, σε συνάρτηση με την σκοπιμότητά τους, διακρίνονται οι παρακάτω κατηγορίες έργων :               
  • Άμεσης προστασίας των απειλούμενων περιοχών : κατασκευή αναχωμάτων (συχνά σε συνδυασμό με άλλα έργα όπως ταμιευτήρες)
  • Αύξησης της αποθηκευτικής ικανότητας της πλημμυρικής διατομής : με μεταφορά των αναχωμάτων (η λύση αυτή συνήθως δεν είναι δυνατή εξαιτίας αντικρουόμενων συμφερόντων)
  • Παροδικής αποθήκευσης της πλημμυρικής παροχής : κατασκευή ταμιευτήρων
  • Αύξηση της παροχετευτικότητας του ρέματος : διευθέτηση της χειμαρρικής κοίτης.


Στους υπολογισμούς για τον σχεδιασμό των αντιπλημμυρικών έργων υπεισέρχεται ως δεδομένο η ένταση της βροχοπτώσεως (i), η οποία σχετίζεται με την συχνότητα εμφανίσεως βροχοπτώσεως σχεδιασμού (n). Σαν συχνότητα εμφανίσεως μπορεί να είναι 1:50, δηλαδή επανάληψη της κρίσιμης βροχής μια φορά στα 50 χρόνια. Βεβαίως μπορεί να εμφανιστεί στατιστικώς βροχή 1:100 ή και παραπάνω, που θα δημιουργήσει προβλήματα πλημμυρών. Στη θεωρία και στην πράξη γίνεται δεκτό ότι η καλύτερη αντιπλημμυρική προστασία παρέχεται όταν κατά τη διαστασιολόγηση λαμβάνεται η μέγιστη υδατοπαροχή με συχνότητα εμφάνισης της κρίσιμης βροχής τα 100 έτη. Οικονομικοί λόγοι οδηγούν στην επιλογή συχνότητας εμφάνισης λιγότερων χρόνων. Στην μελέτη της τάφρου του Δενδροποτάμου ελήφθη ως συχνότητα 1:50 έτη. Αυτό συνεπάγεται ότι κάθε βροχόπτωση με μεγαλύτερη περίοδο επανάληψης οδηγεί σε πλημμυρικά φαινόμενα.

ΠΛΗΜΜΥΡΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ


Πλημμύρα είναι η έξοδος των υδάτων από φυσική ή τεχνική κοίτη και η κατάκλιση των παρακείμενων περιοχών από τα νερά. Η πλημμύρα δημιουργείται είτε με την αύξηση της υδατοπαροχής, είτε με τη μείωση της διατομής της κοίτης.
Η αύξηση της υδατοπαροχής μπορεί να οφείλεται :
  • σε μια ισχυρή βροχόπτωση ή
  • σε  αδιαπερατοποίηση της εδαφικής επιφάνειας, που μηδενίζει την διείσδυση του όμβριου νερού στο έδαφος και αυξάνει την ταχύτητα ροής των απορρεόντων υδάτων, γίνεται δηλαδή μεγαλύτερη από τη φυσική παροχή.    

Η μείωση της διατομής μπορεί να οφείλεται στους παρακάτω λόγους :
  • σε στερεομεταφορά
  • σε αστικοποίηση των λεκανών απορροής, σε έντονες επιχωματώσεις για επέκταση ή δημιουργία οικοπέδων
  • σε αυθαίρετη δόμηση στις κοίτες των ρεμάτων
  • σε αποθέσεις μπαζών και σκουπιδιών
  • σε κατασκευές ακατάλληλων έργων (πχ γεφυρών)
  • στην ανάπτυξη πυκνής βλάστησης εντός της κοίτης

 * Συντελεστής απορροής ψ
   Ασφαλτόστρωση & πλακοστρωμένα πεζοδρόμια : ψ =0,85-0,90
   Κήποι & πρασιές : ψ=0,05-0,10


Το παρακάτω βίντεο είναι το πιο χαρακτηριστικό που έχω βρει μέχρι σήμερα, που αποτυπώνει τι ακριβώς εννοούμε λέγοντας πλημμύρα, πόσο γρήγορα επέρχεται, πόσο δυνατή ή καταστροφική μπορεί να γίνει...

  




ΦΕΡΤΕΣ ΥΛΕΣ - ΣΤΕΡΕΟΠΑΡΟΧΗ


Φερτές ύλες ή φερτά υλικά ή στερεά υλικά είναι τα διαφόρου μεγέθους υλικά που συγκροτούν τους κινητούς πυθμένες των φυσικών υδατορευμάτων, τα οποία παρασύρονται και μεταφέρονται από τα χειμαρρικά ύδατα προς τα κατάντη.
Στερεοπαροχή είναι η μάζα των φερτών υλικών που μετριέται στη διατομή ενός υδατορρεύματος στη μονάδα του χρόνου.
Οι φερτές ύλες διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες :
  • Φυσικά υλικά : λίθοι, χάλικες, άμμος, ίλυς, κορμοί, κορμοτεμάχια, πρέμνα
  • Ανθρωπογενή υλικά : λάστιχα, οικοδομικά υλικά, πλαστικά κλπ
Η στερεοπαροχή ως φαινόμενο έχει διαμορφώσει σε πολυάριθμα σημεία της υφηλίου τον λεγόμενο οριζόντιο διαμελισμό, τη μορφολογία δηλαδή των ακτών ως προς το μήκος και το σχήμα τους. Βάσει ερευνών, η σημερινή πεδιάδα Θεσσαλονίκης – Γιαννιτσών – Βεροίας ήταν κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. ένας εσωτερικός θαλάσσιος κόλπος, στον οποίο απέρρεαν τα ποτάμια της περιοχής και με βαθμιαία και συνεχή απόθεση φερτών υλών μετατράπηκε στη βαλτώδη λίμνη Γιαννιτσών, η οποία αποξηράνθηκε με τα μεγάλα εγγειοβελτιωτικά έργα της Θεσσαλονίκης το 1962.

ΥΔΡΟΛΟΓΙΚΗ ΛΕΚΑΝΗ - ΛΕΚΑΝΗ ΑΠΟΡΡΟΗΣ

Κάθε φυσικό υδατορεύμα, μαζί με τους κλάδους του έχει τη δική του λεκάνη απορροής, που αποτελείται από τη συνολική περιοχή που τα νερά αποστραγγίζονται σε αυτό. Η λεκάνη απορροής λέγεται επίσης υδρογραφική ή υδρολογική λεκάνη. Αν συνδέσουμε τα υψηλότερα σημεία που περιβάλλουν τη λεκάνη απορροής, προκύπτει μια νοητή γραμμή που καθορίζει τα όρια της λεκάνης. Η γραμμή αυτή λέγεται υδροκρίτης. Κάθε κύριος κλάδος μιας ομάδας παραποτάμων καθορίζει τη δική του λεκάνη απορροής, που ανήκει στην ευρύτερη λεκάνη απορροής του ποτάμιου συστήματος στο οποίο ανήκει και ο παραπόταμος.

ΥΔΑΤΟΡΡΕΥΜΑΤΑ: ΟΡΙΣΜΟΙ & ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ


Δίνονται διάφορες ερμηνείες του όρου ρέμα, υδρόρευμα ή υδατορεύμα, η καθεμία εκ των οποίων προσφέρει και μια επιπλέον ιδιότητα στον ορισμό:
Ρέμα είναι κάθε φυσική διαμόρφωση του εδάφους σε αποδέκτη και αγωγό των νερών της βροχής ή της τήξης του χιονιού ή των φυσικών πηγών και εξυπηρετεί την απορροή τους προς άλλους μεγαλύτερης χωρητικότητας αποδέκτες, φυσικούς ή τεχνητούς (ρέματα, ποτάμια, λίμνες, θάλασσα κλπ) που βρίσκονται σε χαμηλότερες στάθμες.
[ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 3046/304/89 - Κτιριοδομικός Κανονισμός - ΦΕΚ 59/Δ/3.2.1989]
«Τα υδατορέματα (μη πλεύσιμοι ποταμοί, χείμαρροι, ρέματα και ρυάκια), που βρίσκονται εντός ή εκτός ρυμοτομικού ….»
[Σύμφωνα με το Άρθρο 6 του Ν.880/1979 - ΦΕΚ Α 58, όπως αντικαταστάθηκε με το Άρθρο 5.1 του Ν.3010/2002 - ΦΕΚ Α91]
Υδρορεύματα είναι οι πτυχώσεις της επιφάνειας της γης, δια των οποίων συντελείται κυρίως η απορροή προς τη θάλασσα των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς»
[Σύμφωνα με την Απόφαση 2215/2002 του Συμβουλίου της Επικρατείας]
«Το υδατορρεύμα (ρέμα) δεν είναι απλώς ένα υδραυλικό σύστημα απορροής υδάτων που περισσεύουν σε μια περιοχή, αλλά ένα οικοσύστημα πλαισιούμενο με σημαντική πανίδα και χλωρίδα»
[Σύμφωνα με την Απόφαση 230/2004 του Συμβουλίου της Επικρατείας]
 «Το ρέμα εξασφαλίζει την απορροή των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς προς τη θάλασσα, συνιστά δε φυσικούς αεραγωγούς και με τη χλωρίδα και πανίδα τους δημιουργούν οικοσυστήματα ζωτικής σημασίας για τους οικισμούς τους οποίους διασχίζουν»
[Σύμφωνα με την Απόφαση 516/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας]
Οι κυριότερες κατηγορίες των φυσικών υδατορρευμάτων είναι οι ποταμοί, οι χείμαρροι και οι ρύακες. Η υδραυλική τους συμπεριφορά διαφέρει κατά κανόνα σημαντικά από αυτήν των τεχνητών διωρύγων, οι οποίες εντάσσονται στα συστήματα ανοικτών αγωγών που έχουν σταθερότητα της γεωμετρίας της διατομής.
Τα χαρακτηριστικά των τριών κατηγοριών φυσικών υδατορρευμάτων σε σχέση με την ποσότητα νερού που ρέει είναι:
  1. Εφήμερα ρέματα ή ρύακες: τα ρέματα που έχουν νερό μόνο όταν βρέχει.
  2. Ημιμόνιμα ρέματα ή χείμαρροι: τα ρέματα που η ροή τους είναι εποχιακή και τα οποία έχουν ορμητικές ροές νερών οι οποίες έχουν μονιμότητα μόνο κατά την περίοδο του Φθινοπώρου και του Χειμώνα.
  3. Μόνιμα ρέματα ή ποταμοί: τα ρέματα που η ροή τους είναι συνεχής και η κίνηση των νερών τους αδιάκοπη (αέναη) αλλά η ποσότητά τους διακυμαίνεται εποχιακά γύρω από μια μέση τιμή.   

Από τεχνικής και νομικής πλευράς, οι συνιστώσες των φυσικών υδατορευμάτων είναι δύο:
  1. Το νερό, ως φυσικό σώμα.
  2. Η συνεχής κοίτη που δημιουργεί το νερό κατά την κίνησή του και η οποία στη συνέχεια περιορίζει την ελευθερία του.

Η κοίτη ορίζεται ως μια συνεχής κατά μία διεύθυνση κοιλότητα της επιφάνειας του εδάφους μέσα στην οποία ρέουν τα νερά των φυσικών υδατορευμάτων (δηλαδή των ποταμών, χειμάρρων και ρυάκων). Στην κοίτη διακρίνονται δύο περιοχές :
Η ευρεία ή πλημμυρική ή το εδαφικό τμήμα της αλλούβιας πεδιάδας, η οποία δημιουργείται από την συμπεριφορά του ποταμού με την πάροδο των αιώνων.
Η μόνιμη κοίτη της συνήθους ροής ή απλώς κοίτη, στην οποία διακρίνουμε τον πυθμένα και τις όχθες.
  • Πυθμένας (βρεχόμενη περίμετρος) είναι το εδαφικό τμήμα της κοίτης που διαβρέχεται συνεχώς από κινούμενο νερό.
  • Όχθες είναι οι λωρίδες ξηράς που εξέχουν πάνω από τα νερά των φυσικών υδατορευμάτων, η θέση και το σχήμα τους είναι κατά κανόνα σταθερά και ορίζονται από το υψομετρικό όριο στο οποίο εξαντλείται η μέγιστη, αλλά συνήθης ανάβαση (δηλαδή το φούσκωμα) των νερών. Διακρίνονται δύο όχθες: η αριστερή και η δεξιά όχθη κατά τον παρατηρητή ο οποίος κοιτά τη ροή προς τα κατάντη.

ΑΝΤΙΠΛΗΜΜΥΡΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ


Τα τελευταία χρόνια βιώνουμε όλο και συχνότερα, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, έντονες βροχοπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτές συνοδεύονται από πλημμυρικά φαινόμενα, με ολοένα και πιο καταστροφικές συνέπειες, καθιστώντας τα υπάρχοντα αντιπλημμυρικά έργα, σε πολλές περιπτώσεις, ανεπαρκή.
Το πρόβλημα εντείνεται από την σταδιακή απομάκρυνση της βλάστησης  των ορεινών όγκων, που οφείλεται στις πυρκαγιές ή στην συνεχή επέκταση της αστικοποίησης των περιαστικών ζωνών. Η αντιπλημμυρική προστασία, η ασφάλεια της ζωής των πολιτών και των περιουσιών τους από τις πλημμύρες, μέσω των αντιπλημμυρικών έργων, αποτελεί μια από τις βασικές υποχρεώσεις της Πολιτείας. 

31 Μαΐου 2012

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΛΗΜΜΥΡΑΣ ΣΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ ΣΤΡΥΜΟΝΑ

Επικίνδυνη άνοδος της στάθμης στην λίμνη Κερκίνη καταγράφεται τις μέρες αυτές, κοντά στα όρια ασφαλείας, με πιθανό πλέον το σενάριο να κατακλυστούν γεωργικές εκτάσεις, μετά την απόφαση να αυξηθεί η παροχή των υδάτων που εκρέει από τα θυροφράγματα. 

Στην έκτακτη σύσκεψη του Συντονιστικού Οργάνου Πολιτικής Προστασίας (ΣΟΠΠ) που συγκλήθηκε στις 29/5/2012, με όλους τους αρμοδίως εμπλεκόμενους φορείς, αποφασίστηκε η άμεση μεταφορά στο δημοτικό διαμέρισμα Αχινού τσουβαλιών άμμου, ώστε να υπάρξει μία προσωρινή ενίσχυση των εκεί αναχωμάτων, σε μία προσπάθεια να μειωθεί ο κίνδυνος πλημμύρας στην περιοχή της τέως λίμνης Αχινού, από την αυξημένη παροχή των υδάτων του Στρυμόνα. 

Οι συνεχείς μετρήσεις τις μέρες αυτές δείχνουν μια αυξητική τάση στη ροή των υδάτων από τη Βουλγαρία, με συνέπεια την σταδιακή αύξηση της στάθμης της λίμνης. Προς εξισορρόπηση της κατάστασης, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος αστοχίας των αναχωμάτων της λίμνης Κερκίνης, γεγονός που θα επέφερε ανυπολόγιστες ζημίες και θα έπληττε και κατοικημένες περιοχές, αυξομειώνεται η εκροή των υδάτων από το φράγμα του Λιθοτόπου, με τρόπο που να μην προκαλείται πλημμύρα στις ευπαθείς περιοχές κατάντη. Πέρα όμως από το όριο ασφαλείας στην στάθμη της λίμνης, θα θεωρηθεί αναγκαίο να ανοίξουν επιπλέον τα θυροφράγματα, ώστε να μειωθεί η στάθμη της λίμνης σε ασφαλή επίπεδα.

Από δημοσιεύματα στο διαδίκτυο προκύπτει ότι στο δημοτικό διαμέρισμα Αχινού οι αγρότες βρίσκονται επί ποδός, όπου με την προτροπή των αρμοδίων αρχών, απομάκρυναν τα ζώα και τα μηχανήματά τους από τις εκτεθειμένες, ευαίσθητες περιοχές, παραπλεύρως του ποταμού Στρυμόνα.

Παρόμοιο γεγονός συνέβη το 1979 στην περιοχή όπου περισσότερα από 20.000 στρέμματα πλημμύρισαν από τα νερά του Στρυμόνα και εκατοντάδες ζώα πνίγηκαν.

ΣΤΡΥΜΟΝΑΣ | ΚΕΡΚΙΝΗ | ΑΞΙΟΣ

Η σειρά «ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ» παρουσιάζει τα ποτάμια της ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ. Ο αφηγητής περιγράφει τη λίμνη ΚΕΡΚΙΝΗ και την αξιολογεί ως ένα από τα πιο σημαντικά ελληνικά υδάτινα συστήματα. Μιλάει για τον ΣΤΡΥΜΟΝΑ, τον ΑΞΙΟ, την οικολογική τους σημασία και τα εκατοντάδες είδη πουλιών που ζουν στην περιοχή.

ΠΟΤΑΜΟΣ ΣΤΡΥΜΟΝΑΣ

O Στρυμόνας (βουλ. Струма) είναι ποταμός της Βαλκανικής Χερσονήσουμε συνολικό μήκος 392 χιλιόμετρα, από τα οποία 274 βρίσκονται σε βουλγαρικό έδαφος και 118 σε ελληνικό. Στο ελληνικό έδαφος, ο ποταμός ρέει αποκλειστικά στο έδαφος του νομού Σερρών και μαζί με τονΑγγίτη που είναι ο κυριότερος ελληνικός παραπόταμός του, ανήκουν στην υδρογραφική λεκάνη της ανατολικής Μακεδονίας.

Η λεκάνη απορροής του καλύπτει έκταση 17.300 km2, από αυτά τα 11.035 km2 ανήκουν στην Βουλγαρία και την Π.Γ.Δ.Μ. και τα 6.295 km2 στην Ελλάδα, η δε μέση ετήσια απορροή του εκτιμάται σε 3.440 x 106 m3. Τα πετρώματα της λεκάνης απορροής του είναι κυρίως μεταμορφωμένα αποτελούμενα από γνευσίους, σχιστόλιθους καιμάρμαρα. Υπάρχουν, επίσης, εκρηξιγενή πετρώματα και μεταλλοφόρα ιζηματογενή. Σε ορισμένες θέσεις της κοίτης του υπάρχουν συγκεντρώσεις προσχωματικού χρυσού.

Ο ποταμός είναι πλούσιος σε φερτές ύλες που προσχώνουν συνεχώς στην πεδιάδα των Σερρών και τη Λίμνη Κερκίνη. Συγκεκριμένα, υπολογίζεται ότι μεταφέρονται τουλάχιστον τέσσερα εκατομμύρια (4.000.000) κυβικά μέτρα φερτών υλών ετησίως, σε μέση ετήσια απορροή 3,4 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού. Το πλάτος του ξεπερνάει τα 250 μέτρα, ενώ το βάθος του φτάνει τα 3 μέτρα.

Πηγάζει από το όρος Βίτοσα (Витоша), νοτιοδυτικά της Σόφιας, σε υψόμετρο 2.200 μ. Ρέει προς Νότο, αρχικά πολύ ορμητικός μέσα από κρημνές χαράδρες, ενώ στη συνέχεια σχηματίζει μια εύφορη κοιλάδα ανάμεσα στα όρη Ρούγιεν και Ρίλα. Συνεχίζοντας προς Νότο, διανοίγει μια δίοδο ανάμεσα στα όρη Μάλες και Πιρίν και λίγο πριν την είσοδό του στο ελληνικό έδαφος δέχεται τα νερά του σημαντικότερου παραποτάμου του, του Στρούμιτσα, που πηγάζει από το όρος Πλακοβίτσα, στο νοτιοανατολικό άκρο της Γιουγκοσλαβίας.

Στην Ελλάδα εισέρχεται δυτικά του χωριού Προμαχώνας, δια μέσου των στενών της Κούλας ή του Ρούπελ που ο ίδιος έχει διανοίξει ανάμεσα στις οροσειρές της Κερκίνης (Μπέλες) και του Όρβηλου (Αγγίστρου). Στο σημείο αυτό λόγω της απότομης αλλαγής της κλίσης του εδάφους, ο ποταμός χάνει την ορμητικότητα του και χωρίζεται σε δύο κύριους κλάδους. Ο δυτικόςκλάδος εισέρχεται στη Λίμνη Κερκίνη και υπερχειλίζει στη νότια πλευρά της, στη συνέχεια ρέει προς τα νοτιοανατολικά μέχρι το σημείο που ενώνεται με τον ανατολικό μεγαλύτερο κλάδο και σχηματίζουν ενιαία κοίτη κοντά στο χωριό Λιθότοπος. Από το σημείο αυτό και σε μήκος 50 χιλιομέτρων μέχρι τη συμβολή του με τον Αγγίτη, η κοίτη του Στρυμόνα είναι τεχνητή, με αναχώματα και αρδευτικά κανάλια. H τεχνητή αυτή κοίτη κρίθηκε απαραίτητη, επειδή η αβαθής φυσική κοίτη υπήρξε στο παρελθόν αιτία εκτεταμένων καταστροφών από πλημμύρες. Τα αρδευτικά κανάλια αφαιρούν τον πλεονάζοντα όγκο νερού και ταυτόχρονα γονιμοποιούν την πεδιάδα. 

Ο Στρυμόνας συμβάλλει με τον Αγγίτη, ο οποίος πηγάζει στις νότιες παρυφές του Φαλακρού Όρους, πέντε χιλιόμετρα πριν τις εκβολές του. Στην θέση αυτή υπήρχε η αποξηραμένη σήμερα Λίμνη του Αχινού. Τέλος, ο Στρυμόνας διέρχεται ανάμεσα στα όρη Κερδύλλιο και Παγγαίο και εκβάλλει στον Στρυμονικό Κόλπο, ανατολικά του χωριού Νέα Κερδύλλια σχηματίζοντας μικρό δέλτα. Η περιορισμένη έκταση του δέλτα, οφείλεται στην επίδραση του κυματισμού και της κατά μήκος των ακτών διάχυσης των φερτών υλικών του ποταμού. Παλαιότερα, οι εκβολές του βρισκόταν ανατολικότερα από τις σημερινές. 

Στην Ελλάδα, οι κυριότεροι παραπόταμοι που τροφοδοτούν τον Στρυμόνα είναι ο Μπούτκοβας που ρέει στην μικρή κοιλάδα των Πορόιων, ο Εξάβης που πηγάζει από το Κερδύλλιο, ο Κρουσοβίτης που πηγάζει από τον Όρβηλο και ο Ξηροπόταμος που πηγάζει από το Μαυροβούνι. 

Παλαιότερα, ο Στρυμόνας, επειδή είχε αβαθή φυσική κοίτη, πλημμύριζε συχνά την πεδιάδα των Σερρών, όπως συχνές ήταν και οι αλλαγές της κοίτης καθώς και η δημιουργία μαιανδρισμών. Από τα 1.200.000 στρέμματα της πεδιάδας των Σερρών, το 63% κατελάμβαναν έλη, λίμνες, τέλματα και περιοδικά κατακλυζόμενες εκτάσεις και μόνον το 37% δεν απειλείτο από τις πλημμύρες, με τις οποίες ο Στρυμόνας προκαλούσε εκτεταμένες καταστροφές, ελώδεις πυρετούς και αποτελούσε την «κατάρα» της περιοχής. Για την τιθάσευση του Στρυμόνα και την ανάσχεση των πλημμυρών, την άρδευση 345.000 στρεμ. και την συγκράτηση των φερτών δημιουργήθηκε το 1932, η τεχνητή λίμνη της Κερκίνης, με την κατασκευή φράγματος στη θέση Λιθότοπος καθώς και αναχωμάτων. 

Στο βουλγαρικό έδαφος υπάρχει ένα υδροηλεκτρικό φράγμα, ενώ στο ελληνικό έχουν ανεγερθεί αρκετά μικρά φράγματα που εκτός από αρδευτικούς σκοπούς προστατεύουν από την ορμή των νερών τις υπάρχουσες γέφυρες, χωρίς όμως να παρεμποδίζουν την κυκλοφορία των ψαριών. Η κοιλάδα του Στρυμόνα αποτελεί την μοναδική δίοδο επικοινωνίας της Βουλγαρίας με την Ελλάδα και από αυτήν διέρχεται η οδός Θεσσαλονίκης – Σόφιας. 

Στις όχθες του ποταμού υπάρχει ποικιλία υδρόβιας βλάστησης από θάμνους που δίνουν ομορφιά στον ποταμό. Επικρατούν οιλεύκες, οι ιτιές, οι ακακίες και τα πλατάνια. Στα νερά του ζουν αρκετά είδη ψαριών, ανάμεσα στα οποία κυριαρχεί ο κυπρίνος και σε πολύ μικρότερες ποσότητες, τα τσιρόνια, οι πέρκες, οι γουλιανοί και τα χέλια. Την πανίδα του οικοσυστήματος του ποταμού συμπληρώνει πλήθος ζώων και πουλιών που φωλιάζουν στις όχθες του και είναι άμεσα εξαρτημένα από αυτόν. 

Στο βουλγαρικό έδαφος, ο ποταμός διασχίζει αραιοκατοικημένες περιοχές, ενώ η στενή κοιλάδα του, δεν επιτρέπει την εκτεταμένη χρήση γεωργικών φαρμάκων και λιπασμάτων. Έτσι, όταν εισέρχεται στη Ελλάδα, έχει μηδενική ρύπανση. Στην πεδιάδα των Σερρών, ο Στρυμόνας επιβαρύνεται από την χρήση λιπασμάτων και από βιομηχανικά απόβλητα μονάδων της περιοχής, εδώ και δεκαετίες, παρά την συνεχή προειδοποίηση ειδικών και επιστημόνων. Σημειωτέον πως μόνο στο ελληνικό τμήμα της λεκάνης απορροής του ποταμού υπάρχουν 261 βιομηχανικές εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν επικίνδυνες ουσίες. 

Πηγή: wikipedia

ΛΙΜΝΗ ΚΕΡΚΙΝΗ

Η Λίμνη Κερκίνη βρίσκεται στο Νομό Σερρών. Αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση υγροτόπου καθώς έχει δημιουργηθεί τεχνητά από την κατασκευή ενός φράγματος στο ρου του ποταμού Στρυμώνα πριν από αρκετές δεκαετίες (1932). Αν και αποτελεί τεχνητή μορφή υγροτόπου δημιουργήθηκε σε περιοχή όπου πορϋπήρχαν υγρότοποι, με τα εκτεταμένα έλη και βαλτώσεις εκτάσεις που τροφοδοτούσε ο ποταμός Στρυμόνας καθώς εισερχόταν στην πεδιάδα των Σερρών. 
Λόγοι κύρια αρδευτικοί και κατόπιν για τον έλεγχο των πλημμύρων στην περιοχή αποτέλεσαν το εφαλτήριο ώστε να υπάρχει σήμερα ένας από τους ομορφότερους υγροτόπους της Ελλάδας.. Η λίμνη περιβάλλεται από τα όρη Κερκίνη (Μπέλες) και Μαυροβούνι (Κρούσια) και ουσιαστικά εξυπηρετεί αρδευτικά σε πολύ μεγάλο βαθμό σχεδόν όλο τον κάμπο των Σερρών. Σήμερα έχει εξελιχθεί σε έναν χώρο όπου φιλοξενεί εκατοντάδες είδη πουλιών (περίπου 250) και συντηρεί αξιόλογους τύπους επιμέρους οικοσυστημάτων που ευνοούν τη βιοποικιλότητα της περιοχής. Για το λόγο αυτό η οικολογική σημασία της Λίμνης έχει αναγνωρισθεί ως πρώτης προτεραιότητας. 
Σχηματικά η λίμνη γεμίζει από τα νερά του Στρυμόνα που έρχονται από τα στενά του Ρούπελ, συγκρατεί αυτό το νερό με τα περιμετρικά αναχώματα και με το φράγμα στον Λιθότοπο. Τα νερά αυτά εξέρχονται από το φράγμα, με άνοιγμα των θυρών με ροή που α) εξασφαλίζει επάρκεια σε αρδευτικό νερό και β) δεν θα προκαλέσει πλημμύρες στις κάτω από το φράγμα πεδινές περιοχές (περιοχή Αχινού). Ουσιαστικά η ποσότητα που μπορεί να βγει από τις πόρτες του φράγματος είναι τόση όση μπορεί να αντέξει η μικρής διατομής και παροχετευτικότητας κοίτη του Στρυμόνα μέχρι την έξοδο του στον Στρυμονικό Κόλπο. Επομένως είναι πιθανόν να κρατείται μέσα στη λίμνη περισσότερο νερό από όσο χρειάζεται για άρδευση επειδή αν ανοίξουν περισσότερο οι πόρτες θα πλημμυρίσει η χαμηλότερη από το φράγμα περιοχή. Το στοιχείο αυτό είναι το κρίσιμο σημείο λειτουργίας του φράγματος και αποτελεί τον μεγάλο «βραχνά» των αρμόδιων δημόσιων υπηρεσιών που εργάζονται συστηματικά ώστε να αποκλείουν σταθερά ακόμη και την παραμικρή πιθανότητα πλημμύρας. Αυτό όμως έχει ως αποτέλεσμα ορισμένες χρονιές να παραμένει μέσα στη λίμνη περισσότερη ποσότητα νερού και με ύψος στάθμης που επηρεάζει πολλά στοιχεία της βιοποικιλότητας. Με ένα πιο ευαίσθητο στοιχείο τα νούφαρα της λίμνης και δευτερευόντως το μοναδικό υδροχαρές δάσος της Κερκίνης. Η Κερκίνη αποτελεί έναν από τους 11 ελληνικούς Υγροτόπους Διεθνούς Σημασίας (της σύμβασης Ραμσάρ) και ανήκει στις Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΙΒΑ). Καλύπτεται από την ευρωπαϊκή και διεθνή νομοθεσία, όπως η Οδηγία 79/409 της Ευρωπαϊκής `Ένωσης, ενώ επίσης αποτελεί περιοχή του προτεινομένου Ευρωπαϊκού Δικτύου "NATURA 2000" σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ. 
Η έκταση της λίμνης δεν είναι σταθερή καθώς εξαρτάται από άνοιγμα και κλείσιμο των θυρών του φράγματος στην περιοχή Λιθότοπος, στο κάτω τμήμα της λίμνης. Κυμαίνεται από 40.000 τον χειμώνα έως 75.000 στρέμματα κατά την άνοιξη, όπου οι απαιτήσεις σε αρδευτικό νερό είναι μεγάλες. 

Απόσπασμα από άρθρο του Κυριάκου Σκορδά, Δασολόγου - Περιβαλλοντολόγου με τίτλο: Λίμνη Κερκίνη… Κάποιος τραβάει το χαλί (με τα νούφαρα) κάτω από τα πόδια της!

17 Μαΐου 2012

ΤΑ ΡΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Ξεκινώντας από δυτικά προς ανατολικά αναπτύσσονται τα ακόλουθα χειμαρρικά υδατορρεύματα:

Δυτική Θεσσαλονίκη:
Ο Δενδροπόταμος και οι χείμαρροι που εκβάλλουν σε αυτόν από δυτικά του κυρίως κλάδου του:
- Ο χείμαρρος Διαβατών και οι κλάδοι αυτού, διασχίζουν περιοχές των Διαβατών, του Ελευθέριου – Κορδελιού και του Ευόσμου.
- Ο χείμαρρος Μενεμένης και οι κλάδοι αυτού.
- Ο χείμαρρος Ασημάκη και οι κλάδοι αυτού, διασχίζουν περιοχές της Ηλιούπολης μέχρι περιοχές νοτιότερα του Ωραιοκάστρου.
- Ο χείμαρρος Ωραιοκάστρου και κλάδοι αυτού.
- Ο χείμαρρος «Αγίου Παντελεήμονος» και κλάδοι αυτού.
Οι χείμαρροι που εκβάλλουν στον Δενδροπόταμο από ανατολικά του κυρίως κλάδου του είναι:
- Ο χείμαρρος Ευκαρπίας στην περιοχή Ανθοκήπων και οι κλάδοι αυτού.
- Ο χείμαρρος Ξηροπόταμος και οι κλάδοι αυτού, διασχίζουν περιοχές του Ρετζικίου, Ασβεστοχωρίου, Εξοχής και ένας κλάδος του περιοχές του Φιλύρου.
- Ο χείμαρρος Ηλιουπόλεως που αποτελείται ουσιαστικά από τρεις ξεχωριστούς χειμάρρους : των Συκεών, της οδού Ρ. Φεραίου, και της Πολίχνης – Κρυονερίου Συκεών.
- Ο χείμαρρος Μύλου και Φιλύρου που πρόκειται ουσιαστικά για την προέκταση και πέρας του κυρίως Δενδροποτάμου.

Κεντρική και ανατολική Θεσσαλονίκη:
- Ο χείμαρρος Αναγεννήσεως στην περιοχή του Σιδηροδρομικού Σταθμού.
- Ο χείμαρρος Έκθεσης με τους κλάδους αυτού, της Ευαγγελίστριας (που επίσης αποτελείται από 2 κλάδους) και των Ελευθερών (επίσης με 2 κλάδους).
- Ο χείμαρρος Λύτρα (ή Δόξης ή Καυταντζόγλου ή Διαβολόρεμα) με τους κλάδους αυτού.
- Ο χείμαρρος Κωνσταντινίδη (ή Υφανέτ ή Λάκκος των Τριών Βρύσεων ή Λάκκος της Παλιάς Καραντίνας), διέρχεται δίπλα από τη Σχολή Τυφλών, δια των οδών Χρυσοχόου, Βαρόνου Χιρς Κρίτωνος, Θ. Χαρίση, γέφυρα Παπάφη, Γ. Λαμπράκη, όρια δάσους. Τμήμα του διαχωρίζει τις συνοικίες Τούμπας και Τριανδρίας. Ο χείμαρρος διαχωρίζεται σε 2 κλάδους, της οδού Ορτανσίας - Γηροκομείου - Δάσος Σέιχ Σου και τον κλάδο προς την περιοχή όπισθεν του λοφίσκου Τούμπας και μέχρι την περιφερειακή τάφρο.
- Ο χείμαρρος Πολυγνώτου.
- Ο χείμαρρος Κυβερνείου (ή Λάκκος των Πουλιών) με τους κλάδους του. Η διαδρομή που ακολουθεί το τμήμα κατάντη της περιφερειακής τάφρου, ξεκινώντας από την παραλιακή περιοχή του ομίλου των Φίλων Θαλάσσης και δια των οδών Κ. Αιτωλού – Μητροπούλου – Κανάρη καταλήγει στον ισόπεδο κόμβο του Κήπου Καλού και από το σημείο αυτό στην περιφερειακή τάφρο.  Μετά την περιφερειακή τάφρο διακλαδίζεται στους παρακάτω χειμάρρους: Στον χείμαρρο Μαλακοπής (ή Σταγειρίτη) & στον χείμαρρο Ελαιορέμματος, που συνεχίζει ως το Πανόραμα, και ο οποίος ανάντη περίπου της περιφερειακής οδού διαχωρίζεται επίσης στον χείμαρρο «Αγ. Παντελεήμονα» με τους κλάδους του.
- Ο χείμαρρος Ν. Τύπα (ή Αλλατίνη), στην περιοχή Κηφισιάς – Ντεπώ, Αλλατίνη – Χαλίλ–Ντερέ και Κυψέλης.
- Η περιφερειακή τάφρος Θεσσαλονίκης.




13 Μαΐου 2012

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ & ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΕΝΟΣ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ


Με την κοινωνικο-οικολογική και αντιληπτική ανάλυση και την εκτίμηση του τοπίου προσδιορίζεται ο τοπιακός χαρακτήρας της περιοχής μελέτης που οδηγεί στην κεντρική ιδέα του σχεδιασμού, ενός σχεδιασμού που προβάλει τα ιδιαίτερα στοιχεία του φυσικού τοπίου και της πολιτιστικής κληρονομιάς, την ταυτότητα και το χαρακτήρα του τοπίου.

Τα στοιχεία αυτά ακολουθούν μια στρατηγική προσέγγισης όσον αφορά την προστασία, αναβάθμιση  και βελτίωση του τοπίου, με σκοπό να αποφευχθούν τμηματικές και ακατάλληλες λύσεις. Οι κυριότεροι στρατηγικοί στόχοι σχεδιασμού του τοπίου ενός τεχνικού έργου υποδομής είναι οι εξής:

Το τεχνικό έργο πρέπει να είναι:
  • ασφαλές
  • λειτουργικό
  • ελκυστικό για τους χρήστες

Ο σχεδιασμός πρέπει να σέβεται:
  • το φυσικό περιβάλλον
  • τη βιοποικιλότητα
  • το τοπίο
  • την πολιτιστική κληρονομιά
  • τους οικισμούς

Η κατασκευή του τεχνικού έργου και η λειτουργία του θα πρέπει να συμμορφώνεται προς: [1]
  • τις προτάσεις των Μελετών Εκτίμησης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
  • τους Περιβαλλοντικούς Όρους

Οι στρατηγικές αρχές σχεδιασμού του τοπίου είναι:
  • η παρακολούθηση του φυσικού τοπίου
  • η ανάδειξη του κυρίαρχου χαρακτήρα του τοπίου
  • ο τονισμός στοιχείων με κρυμμένη διάσταση, που είναι ωστόσο σημαντικά στην κατανόηση του χώρου
  • η οικολογική αναβάθμιση
  • η ποιοτική αναβάθμιση του άμεσου περιβάλλοντος των τεχνικών έργων [2]





[1] ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ, 1999, Οδηγός Σχεδιασμού Αποκατάστασης Τοπίου για την Εγνατία Οδό (Ο.Σ.Α.Τ.), Egnatia odos AE, Αθήνα
[2] Ανανιάδου – Τζημοπούλου Μ., 2010, Έργα αρχιτεκτονικής οδικών τοπίων: Εγνατία οδός, Αλεξανδρούπολη – Κήποι, Πόλεως Λόγος – Τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Α. Φ. Λαγόπουλο, εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη

11 Απριλίου 2012

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ

Η ανάλυση του τοπίου που θα υποδεχθεί ένα τεχνικό έργο υποδομής αποτελεί την τεκμηρίωση στην οποία βασίζεται ο σχεδιασμός για τη διαμόρφωση του τοπίου. Ορίζεται ως «αποτίμηση των παραγόντων και των δυνάμεων που διαμόρφωσαν το τοπίο και περιλαμβάνει κατηγορίες πληροφόρησης όπως τους τοπιολογικούς παράγοντες, τους κοινωνικοοικονομικούς και πολιτιστικούς και την οπτική οργάνωση που καθρεφτίζει την επίδραση των δυο αυτών». [1]

Η ανάλυση του τοπίου εξελίχθηκε εξαρχής προς δύο κύριες κατευθύνσεις, την οικολογική ανάλυση και την οπτική ή αντιληπτική ανάλυση.[2]

Η οικολογική ανάλυση εξετάζει κυρίως την οικολογική δομή και λειτουργικότητα, τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των στοιχείων, προσδιορίζει την ικανή χωρητικότητα για αλλαγή ώστε να μη θιγεί η υπάρχουσα ισορροπία ή να προβλεφθεί μια νέα κατάσταση οικολογικής ισορροπίας. Για την πραγματοποίηση μιας οικολογικής ανάλυσης θεωρητικό υπόβαθρο μας προσφέρει η οικολογία τοπίου.

Η οικολογία τοπίου αποτελεί ένα νέο κλάδο της επιστήμης, που εμφανίστηκε για πρώτη φορά την δεκαετία του 1970 στην Ευρώπη. Μπορεί να οριστεί ως η μελέτη των λειτουργικών, δομικών και χρονικών ιδιοτήτων ενός τοπίου, που αποτελείται από χαρακτηριστική διάταξη οικοσυστημάτων και μελετά τοπία μεσαίας ή μεγάλης κλίμακας.[3]  

Η οικολογία τοπίου χρησιμοποιεί σύγχρονα γεωπληροφοριακά συστήματα (Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών – GIS), σε συνδυασμό με μεθόδους ψηφιακής επεξεργασίας αεροφωτογραφιών, με συνέπεια την αναλυτική και αξιόπιστη αποτύπωση του τοπίου και ανάλυση των διαχρονικών του αλλαγών. Χρησιμοποιείται δε εκτός από την ανάλυση τοπίων μεσαίας ή μεγάλης κλίμακας, σε ζητήματα διαχειριστικών πρακτικών όπως είναι η μεταβολή της βιοποικιλότητας, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στο τοπίο κ.α.

Στη οικολογία τοπίου τα βασικά χαρακτηριστικά του τοπίου είναι:[4]
  • Η δομή (structure) που αφορά τις σχέσεις που αναπτύσσονται στο χώρο μεταξύ χαρακτηριστικών ευδιάκριτων στοιχείων των οικοτόπων του τοπίου.
  • Η λειτουργία (function) που αφορά τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των στοιχείων του χώρου και των δομικών χαρακτηριστικών του τοπίου, όπως είναι οι ροές της ενέργειας, της ύλης και των ειδών.
  • Η αλλαγή (change) που αναφέρεται στη μεταβολή της δομής και της λειτουργίας του τοπίου με το πέρασμα του χρόνου, που οφείλεται κυρίως σε ανθρωπογενείς αιτίες (εντατικοποίηση της αγροτικής παραγωγής, εγκατάλειψη της γης, υλοτομίες, επίδραση της βόσκησης, αστική ανάπτυξη, κατασκευή δρόμων, κατασκευή τεχνιτών υδάτινων μαζών και φραγμάτων, εξορύξεις, η πολιτική απόλυτης προστασίας κλπ) και λιγότερο σε φυσικές αιτίες (πλημμύρες, πυρκαγιές κλπ).

Το χωρικό μοτίβο ενός τοπίου ή μιας περιφέρειας απαρτίζεται εξολοκλήρου από τρεις τύπους στοιχείων: [5]
  • Χωροψηφίδες (patches), όπως είναι μια λίμνη, μια συστάδα δέντρων κλπ, και ορίζονται ως μη γραμμικές επιφανειακές περιοχές που διαφέρουν στη βλάστηση και στο τοπίο από τα περίχωρά τους. Είναι μονάδες γης ή ενδιαιτήματος που είναι ετερογενείς όταν συγκρίνονται με το σύνολο.
  • Διάδρομοι (corridors), όπως είναι τα ποτάμια, οι δρόμοι κλπ, που είναι γραμμικές χωροψηφίδες που χρησιμοποιούνται από το νερό, την άγρια πανίδα ή τους ανθρώπους και διακρίνονται σε γραμμικούς (φράχτες, πρανή δρόμων), λωρίδες (αντιπυρικές ζώνες),  δίκτυα (δρόμοι, μονοπάτια, οικολογικά δίκτυα) και υδάτινους.
  • Θεμελιώδης επιφάνεια / μήτρα (matrix) είναι η θεμελιώδης επιφάνεια, το κυρίαρχο δομικό στοιχείο του τοπίου, ο πιο εκτενής τύπος τοπίου και παίζει κυρίαρχο ρόλο στη λειτουργία του τοπίου. Είναι η επιφάνεια όπου τοποθετούνται οι χωροψηφίδες και οι διάδρομοι και η οποία ασκεί ισχυρή επιρροή σε όλες τις διεργασίες που συμβαίνουν μέσα σε αυτήν.

Τα βασικά δομικά συστατικά του τοπίου ανάλογα με τον τρόπο που είναι κατανεμημένα δημιουργούν τους διάφορους τύπους διάρθρωσης του τοπίου (πχ. τοπία μωσαϊκό, πλέγμα ή σχάρα), ενώ διακρίνονται τέσσερις βασικοί τύποι τοπίου: α) τοπία με διάσπαρτες χωροψηφίδες, β) τοπία με πλέγμα διαδρόμων ή και συνδυασμού με χωροψηφίδες, γ) τοπία με αλληλομπλεκόμενα σαν δάκτυλα τα βασικά δομικά συστατικά τους και δ) τοπία σκακιέρα.[6]

Αναγνωρίζοντας τη διάρθρωση του τοπίου, αποτυπώνονται στη συνέχεια τα οικολογικά χαρακτηριστικά που αποτελούν το προφίλ του τοπίου:
  • Ζώνη τοπίου
  • Κλίμα
  • Έδαφος/ μορφές γαιών
  • Βλάστηση/είδη (δένδρα, θάμνοι, καλλιέργειες)
  • Τύποι τοπίου
  • Προστατευόμενες περιοχές
  • Χρήσεις γης

Τα δεδομένα αυτά αφού περαστούν σε κάποιο Γεωγραφικό Σύστημα Πληροφοριών, μπορούν να χαρτογραφηθούν και να ποσοτικοποιηθούν μέσω διαφόρων περιβαλλοντικών δεικτών ή δεικτών τοπίου, που αποτελούν σημαντικό εργαλείο στη διαχείριση του τοπίου, και να δώσουν πολύτιμες πληροφορίες για την αλλαγή ή τη διαχείριση ενός τοπίου.

Για την εκτίμηση τοπίου, τα δεδομένα χαρτογραφούνται σε διάφορα επίπεδα (θεματικοί χάρτες), τα οποία χρησιμοποιούνται με τη μορφή επίθεσης των διαφόρων επιπέδων πληροφοριών (επιτίθενται το ένα επί του άλλου - map overlay), ώστε να υπάρξει ένας συνδυασμός πληροφοριών που οδηγεί σε συμπεράσματα και προσδιορισμό των ισχυρών και απειλούμενων σημείων, αλλά και τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του τοπίου (S.W.O.T. analysis).

Η οπτική ή αντιληπτική ανάλυση αποτελεί μια περιγραφική προσέγγιση του τοπίου για τον προσδιορισμό κάποιας καταλληλότητας να δεχθεί αλλαγές, τροποποιήσεις, μεταβολές ή να προσδιορίσει τις αρχές της οργάνωσης, ώστε τα αισθητά αποτελέσματα μετά την επέμβαση να είναι συνειδητά.[7] Επιδιώκει τον προσδιορισμό του τοπίου μέσω της οπτικής του κυρίως αποτύπωσης, με την απογραφή των διαφόρων συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή που εξετάζεται: της μορφολογίας του ανάγλυφου, του εδάφους, της βλάστησης, των υδρολογικών στοιχείων και των χρήσεων γης. Βασίζεται στις αισθήσεις και την αντίληψη του χώρου που διαμορφώνουν τα παρακάτω οπτικά στοιχεία/φαινόμενα:[8]
  • Σταθερά στοιχεία του τοπίου: η μορφή, η γραμμή, το χρώμα και η υφή
  • Μεταβλητά στοιχεία του τοπίου: η κίνηση, το φως, οι ατμοσφαιρικές συνθήκες, η  εποχή του έτους, η απόσταση, η θέση του παρατηρητή, η  κλίμακα και ο χρόνος

Με την οπτική ή αντιληπτική ανάλυση η περιοχή χωρίζεται σε επιμέρους ενότητες με τρόπο ώστε η κάθε ενότητα να αποτελεί μία ανεξάρτητη οπτική μονάδα. Απαιτούνται επί τόπου επισκέψεις, λήψη φωτογραφιών, σκίτσα ή άλλα μέσα παρουσίασης και η εκτίμηση του τοπίου γίνεται περιγραφικά και όχι αριθμητικά. Η οπτική ή αντιληπτική ανάλυση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στα μεγάλης κλίμακας τοπία.

Οι σύγχρονες τάσεις της αρχιτεκτονικής τοπίου όμως προτείνουν μια ανάλυση όχι μονοδιάστατα οικολογική ή οπτική, αντιληπτική, αλλά μια ανάλυση τοπίου που να  βασίζεται σε κριτήρια κοινωνικά, οικολογικά και αντιληπτικά για την πολλαπλή ανάγνωση του τοπίου. Η προσέγγιση αυτή καθιερώθηκε ως κοινωνικοοικονομική, οικολογική και αντιληπτική, περιλαμβάνει όλα τα παραπάνω οικολογικά και αντιληπτικά στοιχεία, αλλά επιπλέον και τη διερεύνηση της ιστορίας του τόπου, τη φυσική και πολιτισμική και όλων εκείνων των παραγόντων που συμβάλλουν στη διαμόρφωση του τοπίου από πολλές και διαφορετικές κατευθύνσεις. Παρέχει μια αμεσότητα στη συσχέτιση του τοπίου με τον χρόνο, μια κατανόηση του τοπίου γι’ αυτούς που θα το χρησιμοποιήσουν, δίνοντας προτεραιότητα στο συλλογικό ενδιαφέρον κατά τη χρήση του τοπίου.[9]

Κατά την κοινωνικο-οικολογική και αντιληπτική ανάλυση, γίνεται ευρύτατα χρήση ποιοτικών διαγραμμάτων ανάλυσης τοπίου, στα οποία αποτυπώνονται οι λειτουργικές και οι οπτικές σχέσεις. Αυτό που διαφοροποιεί αυτά τα διαγράμματα από τα αντίστοιχα τοπογραφικά διαγράμματα της ίδιας περιοχής, είναι η υποκειμενικότητα των συστατικών του στοιχείων, που βασίζεται στην κρίση και την αντίληψη του μελετητή. Χρησιμοποιούνται παράλληλα με άλλα μέσα αντικειμενικής αποτύπωσης του τοπίου (τυποποιημένα έντυπα καταγραφής του τοπίου, φωτογραφίες, σκίτσα) και βασίζονται στην κριτική ανάλυση του μελετητή, καθώς ο τελευταίος φιλτράρει τις άπειρες πληροφορίες του τοπίου και αναγνωρίζει εκείνες τις πληροφορίες που είναι κρίσιμο να αποτυπωθούν στο διάγραμμα. Η σύνταξη αυτών των διαγραμμάτων απαιτεί καλή γνώση της θεωρίας του τοπίου και των τεχνικών αποτύπωσης του μέσω συμβολισμών, ώστε το διάγραμμα να είναι σαφές σχεδιαστικά και νοηματικά, για να αποτελέσει το κατάλληλο υπόβαθρο της ανάγνωσης του τοπιακού χαρακτήρα του τοπίου κατά τη φάση της εκτίμηση του.

Η εκτίμηση του τοπίου αποτελεί μια διαδικασία κατά την οποία μελετώνται τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν και τα διαγράμματα ποιότητας που προέκυψαν. Η διαδικασία αυτή προσδιορίζει την ποιότητά του τοπίου, το χαρακτήρα και τη ταυτότητα του, δηλαδή στην κεντρική ιδέα διαμόρφωσης του τοπίου, που οδηγεί τις σχεδιαστικές αποφάσεις του αρχιτέκτονα τοπίου.


[1] M. Laurie (1976), όπως αναφέρεται από Ανανιάδου – Τζημοπούλου Μ., 2003, Αρχιτεκτονική Τοπίου. Θεωρία. Κριτική, Διδακτικές σημειώσεις μαθήματος ΣΤ01 Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεωρία, Κριτική του ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου ΑΠΘ
[2] Ανανιάδου – Τζημοπούλου Μ., 2003, Αρχιτεκτονική Τοπίου. Θεωρία. Κριτική, Διδακτικές σημειώσεις μαθήματος ΣΤ01 Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεωρία, Κριτική του ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου ΑΠΘ
[3] Vos και Stordelder (1992), όπως αναφέρεται από Xιωτέλλη Κ., 2001, Εισαγωγή στην Οικολογία Τοπίου, παρουσίαση – διάλεξη στα πλαίσια του μαθήματος «Συντήρηση, αποκατάσταση, εξυγίανση τοπίου», ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεσσαλονίκη
[4] Ισπικούδης Ι., 2011, Ενότητες – Μονάδες τοπίου, παρουσίαση – διάλεξη στα πλαίσια του μαθήματος «Δασοκομία. Υδρολογία. Διαχείριση φυσικού περιβάλλοντος, αρχές και εφαρμογές στο σχεδιασμό τοπίου», ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεσσαλονίκη
[5] Xιωτέλλη Κ., 2001, Εισαγωγή στην Οικολογία Τοπίου, παρουσίαση – διάλεξη στα πλαίσια του μαθήματος «Συντήρηση, αποκατάσταση, εξυγίανση τοπίου», ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεσσαλονίκη
[6] Ισπικούδης Ι., 2011, Δασολογία – Σημειώσεις Αρχιτεκτονικής Τοπίου, ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη
[7] Ανανιάδου – Τζημοπούλου Μ., 2003, Αρχιτεκτονική Τοπίου. Θεωρία. Κριτική, Διδακτικές σημειώσεις μαθήματος ΣΤ01 Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεωρία, Κριτική του ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου ΑΠΘ
[8] Χατζηστάθης Α., Ισπικούδης Ι., 1995, Προστασία της φύσης και αρχιτεκτονική του τοπίου, εκδ. Γιαχούδη, Θεσσαλονίκη
[9] Ανανιάδου – Τζημοπούλου Μ., 2003, Αρχιτεκτονική Τοπίου. Θεωρία. Κριτική, Διδακτικές σημειώσεις μαθήματος ΣΤ01 Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεωρία, Κριτική του ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου ΑΠΘ


4 Απριλίου 2012

ΤΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΛΕΤΕΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΤΟΠΙΟΥ


Είναι γνωστό ότι τα μεγάλα τεχνικά έργα μεταμορφώνουν το τοπίο. Η απουσία διερεύνησης και σχεδιασμού του τρόπου με τον οποίο αυτά εντάσσονται στο χώρο, οδήγησε στην πλειονότητα των περιπτώσεων σε υποβαθμισμένα τοπία, ενώ η επέμβαση στο τοπίο ενός τεχνικού έργου, μετά την κατασκευή του, δεν οδήγησε στο επιθυμητό αποτέλεσμα εναρμόνισης του έργου με το τοπίο.

Η παραδοχή ότι όλα τα τεχνικά έργα, η κάθε είδους ανάπτυξη, συμβαίνουν και συνεπάγονται την αλλαγή στο τοπίο (Hackett 1972), επέβαλλε και καθιέρωσε την αναγκαιότητα της σχεδιασμένης αλλαγής, τις θεσμοθετημένες μελέτες και τα έργα αρχιτεκτονικής τοπίου.[1] Στο εξωτερικό βέβαια... Γιατί στη χώρα μας υπολειπόμαστε ακόμη στον τομέα αυτό. Όχι βέβαια στη γνώση, έχουμε άλλωστε σπουδαίους δάσκαλους, αλλά στη θεσμοθέτηση. 

Τι είναι όμως η Αρχιτεκτονική Τοπίου? Όχι, δεν είναι κηπουρική... Είναι η επιστήμη, η τέχνη και η τεχνική που ασχολείται με τη μελέτη και το σχεδιασμό του τοπίου. Το επάγγελμα του αρχιτέκτονα τοπίου εμφανίζεται από πολύ παλιά, αρχικά ως κηποτέχνες, σχεδιαστές κήπων και πάρκων που έδρασαν σε όλο τον κόσμο, δημιουργώντας εξαιρετικά έως υπερβολικά πάρκα και κήπους, ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν σε κάθε εποχή. Η επιστήμη της Αρχιτεκτονικής Τοπίου, που θεωρείται ως μια από τις επιστήμες του περιβάλλοντος, άρχισε να διδάσκεται για πρώτη φορά στις ΗΠΑ, στο Πανεπιστήμιο Harvard το 1901. Στην Ευρώπη διδάχτηκε ως ανεξάρτητη επιστήμη το 1929 στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Στην Ελλάδα η Αρχιτεκτονική Τοπίου διδάχτηκε για πρώτη φορά ως αυτοτελές μάθημα το 1967, στη Γεωπονική Σχολή του ΑΠΘ και το 1974 στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ, ενώ ως αυτοτελές αντικείμενο Αρχιτεκτονικής Τοπίου διδάσκεται, σε μεταπτυχιακό επίπεδο από το 2003, από το Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Αρχιτεκτονική Τοπίου του ΑΠΘ.

Η Αρχιτεκτονική Τοπίου ασχολείται συστηματικά με το σχεδιασμό του τοπίου μετά τις δύσκολες συνθήκες και ανάγκες που προέκυψαν έπειτα από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, σχετιζόμενες με την ανάπτυξη και τις επιπτώσεις της στο τοπίο. Κάθε φορά που προγραμματίζεται μια διαμόρφωση του χώρου υπάρχει και το «πρόβλημα τοπίο».[2] Ο σχεδιασμός του τοπίου απαιτεί μια σύνθετη αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού. Ο αρχιτέκτονας τοπίου, μέσα από τη συνεργασία και με άλλες ειδικότητες επιστημόνων, καλείται να σχεδιάσει το τοπίο, μέσα από μια προσέγγιση πολυκριτηριακή: κριτήρια οικολογικά, κοινωνικά, οπτικά-περιγραφικά, αισθητικά, ιστορικά και οικονομικά. Η ωριμότητα μιας μελέτης, που αποτελεί σημαντικό κριτήριο για να ενταχθεί ένα έργο σε κάποιο χρηματοδοτικό πρόγραμμα, απαιτεί ολοκληρωμένη επίλυση στο «πρόβλημα έργο». Επομένως και στο «πρόβλημα τοπίο».  
Είναι σύνηθες στην χώρα μας ο σχεδιασμός της διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου να πραγματοποιείται εκ των υστέρων, μετά από τη μελέτη ή και την κατασκευή των έργων εκείνων που διαμορφώνουν τον χώρο. Η λανθασμένη αυτή τακτική, που πολύ συχνά χρησιμοποιούνταν για να καλυφθούν τα λάθη ή οι ελλείψεις που είχαν προηγηθεί εξαιτίας θεμάτων που δεν είχαν προβλεφτεί, σήμερα πρέπει να εκλείψει.
Τα έργα αρχιτεκτονικής τοπίου είναι έργα που αφορούν την αξιοποίηση, προστασία, διατήρηση, διαμόρφωση ή αποκατάσταση του τοπίου, έργα που αφορούν στην επίλυση προβλημάτων που έχουν σχέση με τη χρήση της γης, μέσα από την κατανόηση των φυσικών συστημάτων και σε σχέση με τις πολιτιστικές τάσεις και τις κοινωνικές ανάγκες. 

Μια μελέτη αρχιτεκτονικής τοπίου αποτελεί μια ολοκληρωμένη διαδικασία ανάλυσης δομών και στοιχείων, σχέσεων και αλληλεπιδράσεων ή ανάγνωσης της οργάνωσης και λειτουργίας του τοπίου, που στοχεύει στον προσδιορισμό των προοπτικών και δυνατοτήτων χρησιμοποίησης του τοπίου, στον προσδιορισμό δηλαδή της ικανοχωρητικότητας του, του δυναμικού και της καταλληλότητας του για διαμόρφωση. Καθοριστικά στοιχεία για τη μελέτη αποτελούν οι αρχικοί στόχοι της επέμβασης, η στιγμή της παρεμβολής της μελέτης στη γενικότερη διαδικασία επέμβασης στο χώρο και η βασική υπόθεση για το τοπίο. Μια τέτοια μελέτη μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αυτόνομη μελέτη αρχιτεκτονικής τοπίου που σχεδιάζει έναν χώρο, είτε ως «τοπιακή παρεμβολή», μελέτη δηλαδή που συνοδεύει άλλη μελέτη επέμβασης και διαμόρφωσης του χώρου (πχ κάποιο έργο υποδομής).[3]

Στα τεχνικά έργα η μελέτη αρχιτεκτονικής τοπίου εξειδικεύεται συχνά ως μελέτη αποκατάστασης τοπίου, με σκοπό την αποκατάσταση του διαταραγμένου τοπίου από την κατασκευή του έργου, την ένταξη του στο υφιστάμενο τοπίο και την ανάδειξη τοποθεσιών που αξίζουν προσοχής (ιδιαίτερου φυσικού κάλλους ή πολιτιστικής κληρονομιάς). 

Τα στάδια μιας μελέτης αρχιτεκτονικής τοπίου ή μιας μελέτης αποκατάστασης τοπίου είναι τα εξής:
  • Ανάλυση και εκτίμηση του τοπίου, με προσδιορισμό του τοπιακού χαρακτήρα: τεχνική έκθεση, σκίτσα, ποιοτικά και λειτουργικά διαγράμματα
  • Σχέδια αποκατάστασης του τοπίου: σχέδιο γενικής οργάνωσης (masterplan), τομές, σχέδια λεπτομερειών, σκίτσα, τρισδιάστατες απεικονίσεις με προτάσεις για την αξιοποίηση και ανάδειξη χώρων ιδιαίτερου ενδιαφέροντος και σημειακές σχεδιαστικές παρεμβάσεις
  • Σχέδιο φύτευσης
  • Σχέδιο φωτισμού
  • Σχέδιο άρδευσης
  • Προτάσεις για πρόσθετα τεχνικά έργα, εφόσον κρίνονται αναγκαία 

[1] Ανανιάδου – Τζημοπούλου Μ., 2010, Έργα αρχιτεκτονικής οδικών τοπίων: Εγνατία οδός, Αλεξανδρούπολη – Κήποι, Πόλεως Λόγος – Τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Α. Φ. Λαγόπουλο, εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη
[2] Ανανιάδου – Τζημοπούλου Μ., 2003, Αρχιτεκτονική Τοπίου. Θεωρία. Κριτική, Διδακτικές σημειώσεις μαθήματος ΣΤ01 Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεωρία, Κριτική του ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου ΑΠΘ
[3] Ανανιάδου – Τζημοπούλου Μ., 2003, Αρχιτεκτονική Τοπίου. Θεωρία. Κριτική, Διδακτικές σημειώσεις μαθήματος ΣΤ01 Αρχιτεκτονική Τοπίου, Θεωρία, Κριτική του ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική Τοπίου ΑΠΘ